Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ


Με μεγαλοπρέπεια εορτάστηκε η εορτη της Αγίας Βαρβάρας στην Κεφαλονιά. Στο προσκύνημα της Αγίας Βαρβάρας στο Βράχο των Προκοπάτων χοροστάτησε ο Μητροπολίτης μας κ.κ. Δημήτριος ο οποίος τόνισε την σημασία της "Ανδρείας" των γυναικών στην καθημερινή ζωή της οικογένειας που καλείται να χειραγωγήσει τα του οίκου της για να προετοιμάσει σωστούς και χρήσιμους ανθρώπους στο κοινωνικό σύνολο!(ευχαριστούμε το kefalonia press για το φωτογραφικό υλικό!)









https://youtu.be/y3MLLkeCN2U

 Με λαμπρότητα ο εορτασμό της Αγίας και στην Πεσσάδα(εκπληκτική φώτο της Ευτυχίας Χαρτουλιάρη-ευχαριστούμε!)

 Εσπερινός στη μνήμη της Αγιας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας και στον Μητροπολιτικό ναό του Αργοστολίου!



Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ

Η Παναγία της Τήνου

Δεν έχει περάσει παρά ένας χρόνος από την ιστορική ήμερα, που ο επίσκοπος  Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως. Στο μοναστήρι του Κεχροβουνίου, πού φαντάζει κάτασπρο πάνω στο νησάκι της Τήνου, η μοναχή Πελαγία, υστέρα από τη βραδινή προσευχή, αποσύρθηκε στο κελί της να ησυχάσει. Ε­νώ είχε αποκοιμηθεί, ένοιωσε ξαφνικά μιαν άρρητη ευωδία, κι αμέσως άκουσε την πόρτα του κελιού ν’ ανοίγει με πάταγο. Μια μεγαλόπρεπη γυναίκα, πού άστραφτε σαν Βασίλισσα, μπήκε μέσα και στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι της.
- Σήκω γρήγορα, της είπε. Πήγαινε να συναντήσεις τον Σταματέλλο Καγκάδη, και πες του πώς στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά είναι χωμένη χρόνια τώρα ή ει­κόνα μου. Να φροντίσει να τη βγάλει και να χτίσει το σπίτι μου.
Ή γερόντισσα ξύπνησε τρομαγμένη, άλλα από τα­πείνωση δεν υπάκουσε στην εντολή.
Την άλλη εβδομάδα, την ώρα πού ή μοναχή προ­σευχόταν, δέχτηκε στον ίδιο τόπο για δεύτερη φορά την επίσκεψη της Παναγίας. Τη φορά αυτή ή Θεοτόκος συνόδευε τα λόγια της μ’ ένα γλυκό μειδίαμα, σαν να έλεγε: «Γνωρίζω τούς λογισμούς και δισταγμούς σου, άλλα μη φοβάσαι. Εσένα διάλεξα για να εκπληρώσεις τη βουλή μου. Λοιπόν, μη διστάζεις».
Αλλά ο δισταγμός κρατούσε ακόμη δέσμια την αγα­θή γερόντισσα. Γ’ αυτό η Θεοτόκος την επισκέπτεται και τρίτη φορά, την 29η Ιουλίου 1822, σε ώρα πάλι προσευχής. Την είδε τότε η μοναχή να στέκεται μπρο­στά της ακίνητη και να εκπέμπει τριγύρω της ένα ουράνιο φως, απαλό και λευκό. Ύστερα κάρφωσε το βλέμ­μα επάνω της και είπε:
- Πελαγία, γιατί δεν υπάκουσες στην εντολή μου; Την επαναλαμβάνω τώρα για τελευταία φορά.
Εκείνη τρομαγμένη επιστράτευσε όλο το θάρρος της και ρώτησε:
- Ποιά είσαι, Κυρία, πού με διατάζεις τέτοια πράγ­ματα και οργίζεσαι μαζί μου;
Τότε η Κυρία φάνηκε πώς ανέκτησε την πρώτη γλυκύτητα, σήκωσε το χέρι σαν να έδειχνε όλο τον κόσμο και είπε χαριτωμένα:
- «Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην».
- «Αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν», ψέλλισε ή μο­ναχή κι έπεσε στα γόνατα.
Ή καμπάνα σήμανε για τον όρθρο. Ή μοναχή Πελαγία σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό της και κατηφόρισε για τον ναό. "Όταν διηγήθηκε στην ηγούμενη το δράμα της, εκείνη την άκουσε με προσοχή και δέος. Τέλος της είπε:
- Πελαγία, το όραμά σου είναι θεϊκό και σε μακα­ρίζω. Αύριο το πρωί να ενεργήσεις σύμφωνα με την εν­τολή πού έλαβες.
Την επομένη η εκλεκτή της Παναγίας ξεκίνησε για την Κάρυά, όπου συνάντησε τον Σταματέλλο Καγκάδη. Κι αυτός συγκινημένος την παρέπεμψε στον επίσκοπο Γαβριήλ.
Ο επίσκοπος παρακολούθησε δακρυσμένος την αφήγηση. Ύστερα με σοβαρή και τρεμάμενη φωνή έ­δωσε την ακόλουθη εξήγηση:
- Το δράμα σου, γερόντισσα, είναι πολύ σημαντικό. Η Παναγία, ή υπέρμαχος Στρατηγός, πού πάντοτε μάς προστατεύει, είδε τα δεινοπαθήματά μας, γ’ αυτό ευαγ­γελίζεται στο δούλο γένος μας την απελευθέρωση του από τον βαρβαρικό ζυγό. Και μάς φανερώνει την αγία εικόνα της, για να ενδυναμώσει το έθνος μας στον αγώνα αυτό.
Οι καμπάνες του ιερού ναού των Ταξιαρχών αναστατώνουν τούς κατοίκους. Ο δεσπότης με λόγια θερμά συγκλονίζει τον λαό, ο όποιος με θρησκευτική έξαρση αποδύεται στην προσπάθεια για την εύρεση της εικό­νας.
Ζητούν αμέσως άδεια από τη γυναίκα τού Δοξαρά, για ν’ αρχίσουν τις ανασκαφές στο κτήμα του. Εκείνη όμως αρνείται, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει τέτοια πληρεξουσιότητα από τον σύζυγό της, ό όποιος λείπει στην Κων/πολη. Εξ άλλου το κτήμα είναι καλλιεργη­μένο και δεν πρέπει να καταστραφεί.
Τη νύχτα βλέπει στον ύπνο της φοβερό όνειρο. Έ­νας άγριος φουστανελοφόρος την απειλεί πώς, αν δεν δώσει την άδεια, θα την εξοντώσει. Τρομαγμένη εκείνη ξυπνά και τρέχει να βγει από το σπίτι. Στην πα­ραζάλη της όμως, αντί ν’ ανοίξει την πόρτα του δωμα­τίου, άνοιξε της ιματιοθήκης και κλείστηκε μέσα. Το πρωί τη βρήκαν εκεί λιπόθυμη. Μόλις συνήλθε ειδοποίησε τον Επίσκοπο πώς όχι μόνο δίνει την άδεια, άλ­λα προσφέρει  και το ίδιο ακόμη το κτήμα για ανέγερση ναού, αν βρεθεί ή εικόνα.
Έτσι λοιπόν αρχίζουν οι ανασκαφές στο κτήμα του Δοξαρά  τον Σεπτέμβριο του 1822. Δουλεύουν εργάτες απ' όλο το νησί, αλλά η εικόνα δεν φανερώνεται. Ο ζήλος μαραίνεται και σε δύο μήνες το σκάψιμο σταματά.
Τότε επεμβαίνει ή Μεγαλόχαρη με νέο θαύμα για να υπενθυμίσει στους κατοίκους το χρέος τους. Η σύζυ­γος και η αδελφή του Καγκάδη, τον όποιο η Θεοτόκος υπέδειξε ονομαστικά για την εύρεση της εικόνας: αρρωσταίνουν βαριά. Ο κίνδυνος αυτός τον κάνει να συ­ναισθανθεί την ιερή ευθύνη πού είχε επωμιστεί από τη Θεοτόκο. Σπεύδει λοιπόν στον επίσκοπο και τον παρακαλεί να προκαλέσει γενική κινητοποίηση αρχόντων και λαού. Είναι πρόθυμος και χρήματα να δώσει προ- κειμένου να ξαναρχίσουν οι ανασκαφές.
Πράγματι το σκάψιμο ξαναρχίζει. Οι χωρικοί δου­λεύουν με βάρδιες, άλλα τούς τριγυρίζει και πάλι η αποκαρδίωση. Η μεγάλη όμως ήμερα πλησιάζει. Στις 30 Ιανουαρίου 1823 σκάβουν με τη σειρά τους στο χωράφι οι Φαλαταδιανοί. Γύρω στο μεσημέρι η όξινα τού Δημήτρη Βλάσση χτυπά πάνω σε ξύλο. Ρίγησε ο ευλαβής χωρικός από συγκίνηση, και πλημμυρισμένος χαρά πήρε στα χέρια το κομμάτι πού βρήκε.
Πράγματι, είχε βρει την εικόνα, άλλα μόνο τη μισή τον Άγγελο. Σε λίγο βρήκαν και την άλλη μισή. Κάποια αξίνα την είχε χωρίσει στα δύο, χωρίς να βλάψει καθόλου τα πρόσωπα. Η τομή από θεία επέμβαση είχε γίνει κάθετα. Η ιερή εικόνα καθαρίστηκε και πρόβαλε η γλυκειά  μορφή της Παρθένου. Παριστάνει τον Ευαγγελισμό και πρόκειται για ένα αριστούργημα τέχνης.
(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας σελ. 67. Ιεράς Μονής  Παρακλήτου)
Η εικόνα που ανακαλύφθηκε από το όραμα μιας μοναχής και έσπασε στα δύο από το χτύπημα της αξίνας. Την προσκύνησαν αμέσως οι Κολοκοτρώνης, Μιαούλης, Νικηταράς...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/panagia-tis-tinou-i-ikona-pou-anakalifthike-apo-to-orama-mias-monachis-ke-espase-sta-dio-apo-to-chtipima-tis-axinas-tin-proskinisan-amesos-i-kolokotronis-miaoulis-nikitaras/
Η εικόνα που ανακαλύφθηκε από το όραμα μιας μοναχής και έσπασε στα δύο από το χτύπημα της αξίνας. Την προσκύνησαν αμέσως οι Κολοκοτρώνης, Μιαούλης, Νικηταράς...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/panagia-tis-tinou-i-ikona-pou-anakalifthike-apo-to-orama-mias-monachis-ke-espase-sta-dio-apo-to-chtipima-tis-axinas-tin-proskinisan-amesos-i-kolokotronis-miaoulis-nikitaras/
Η εικόνα που ανακαλύφθηκε από το όραμα μιας μοναχής και έσπασε στα δύο από το χτύπημα της αξίνας. Την προσκύνησαν αμέσως οι Κολοκοτρώνης, Μιαούλης, Νικηταράς...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/panagia-tis-tinou-i-ikona-pou-anakalifthike-apo-to-orama-mias-monachis-ke-espase-sta-dio-apo-to-chtipima-tis-axinas-tin-proskinisan-amesos-i-kolokotronis-miaoulis-nikitaras/

Η Παναγία η Παντοχαρά του Ελύτη στη Σίκινο




Η Παναγία η Παντοχαρά του Ελύτη στη Σίκινο
Επιθυμία του ποιητή εκπληρώθηκε και στην Σίκινο πλέον υπάρχει Η Παναγάια η Παντοχαρά.
Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την ανέγερση του ξωκλησιού της Παναγίας της Παντοχαράς είναι ένας χώρος που κοιτάει στον βορρά, βλέπει ανεμπόδιστα στο Αιγαίο και στο βάθος φαίνεται η Σίφνος
«Παρθένω Σικινίω Οδυσσέας Ελύτης ανέθηκε» διαβάζει ο προσκυνητής σε επιγραφή επάνω από την είσοδο του νεότευκτου ξωκλησιού της Παναγίας της Παντοχαράς στη Σίκινο.
Η Παναγία η Παντοχαρά βρίσκεται ανάμεσα στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής και στη χώρα της Σικίνου. Θεμελιώθηκε το 2001 σε έκταση που παραχωρήθηκε από τον Δήμο Σικίνου και η ανέγερση έγινε με δαπάνες και φροντίδα της Ιουλίτας Ηλιοπούλου. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός είναι του Αλέξανδρου Σαμαρά και το έργο ολοκληρώθηκε με τη φροντίδα της αρχιτέκτονος Λίλιαν Στεφανίδου και του πολιτικού μηχανικού Λάμπρου Κωστάκη. Ο αγιογράφος Α. Σκαλιώτης και ο τεχνίτης του νησιού Μιχάλης Κιμουλιάτης με τον γιο του εργάστηκαν για την κατασκευή του ναού σεβόμενοι την αρχιτεκτονική παράδοση του τόπου.
«Η Παναγιά το πέλαγο/κρατούσε στην ποδιά της/τη Σίκινο, την Αμοργό/ και τ' άλλα τα παιδιά της», γράφει ο ποιητής στη συλλογή «Τα Ρω του Έρωτα». Ποτέ όμως δεν επισκέφτηκε το νησί, όπως διευκρινίζεται σε αναθηματική πλακέτα στον τοίχο του ναού, δεξιά της εισόδου. Θαύμαζε τη Σίκινο μακρόθεν: «Η Σίκινος για τον Ελύτη εκφράζει την παρθένα, καθαρή Ελλάδα. Του άρεσε και ο ήχος της λέξης "Σίκινος"», λέει ο Αλέξανδρος Σαμαράς. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την ανέγερση του ξωκλησιού, όπως εξηγεί ο ίδιος, είναι ένας χώρος απλός, αιγαιοπελαγίτικος, που έχει μια φυσική ομορφιά και αθωότητα. Βλέπει ανεμπόδιστα στο Αιγαίο, κοιτάει στον βορρά και στο βάθος φαίνεται η Σίφνος, «Το εκκλησάκι βρίσκεται επάνω στον "αέρα"».
Στο τέμπλο αριστερά, δίπλα στην καθιερωμένη Παναγία, η Παναγία η των Πάντων Χαρά, αντίγραφο της εικόνας των Στροφάδων της Ζακύνθου, από την οποία πήρε το ξωκλήσι το όνομά του.Ειδικό απολυτίκιο συνέθεσε ο Ζακυνθινός Ιερέας π.Παναγιώτης Καποδίστριας. 







Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ



Η Παναγία του Χάρου
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
ΣΤΗ ΛΕΙΨΩ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

ΤΟ ΕΞΩΜΟΝΑΣΤΗΡΟ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
Βρισκόμαστε στα 1600 μ.Χ. Μοναχοί από την Ιερή Μονή της Πάτμου φτάνουν στη Λειψώ της Δωδεκανήσου και χτίζουν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από το Χωριό το εξωμονάστηρο «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ».

Ο Ναός είναι τρισυπόστατος, χτισμένος σε ρυθμό βυζαντινό. Τον διακρίνει ο χαμηλός τρούλος, τα ακανόνιστα τόξα, που γι' αυτό αισθητοποιούν μια ασυνήθιστη γοητεία, τα λιγοστά και στενόμακρα παράθυρα, που το φειδωλό φως τους υποβάλλει τον προσκυνητή.

Το διάβα των αιώνων άφησε ανέπαφη την εκκλησία, ενώ ερήμωσε τα γύρω κελιά των μοναχών. Μα σεβάστηκε το ιερό κειμήλιό τους, την πρωτότυπη και θαυματουργική εικόνα της "Παναγίας του Χάρου".

Πρωτοτυπία στην εικόνα δίνει το γεγονός ότι η Παναγία ιστορείται να κρατά το Χριστό όχι ως βρέφος, αλλά κρεμάμενο νεκρό στο Σταυρό του μαρτυρίου. Και επειδή οι έννοιες νεκρός και Χάρος σχετίζονται, η εικόνα, και γενικότερα η εκκλησία, ονομάστηκε «Παναγία του Χάρου».

Πλήθος προσκυνητών έρχονται στις 23 Αυγούστου, για να κλίνουν το γόνυ μπροστά στην εικόνα του θαύματος με το ακόλουθο ιστορικό:
Τον Απρίλιο του 1943 η ευσέβεια μιας κοπέλας τοποθέτησε στην εικόνα άσπρους κρίνους. Αυτοί ξεράθηκαν, όπως ήταν φυσικό. Μα ξαφνικά τον Ιούλιο οι αποξηραμένοι κρίνοι άρχισαν παράδοξα να αποκτούν χυμούς και μάλιστα όσο πλησίαζε η γιορτή της 23ης Αυγούστου έφτασαν να βγάζουν μπουμπούκια μοσκομύριστα, ολοκληρωμένα την ημέρα του Πανηγυριού της.

Το θαύμα αυτό πραγματοποιείται από τότε μέχρι σήμερα. Και προσφέρεται ως ευλογία της Παναγίας του Χάρου σε κάθε προσκυνήτρια ψυχή, αλλά συγχρόνως και ως «σημείον αντιλεγόμενον» για τους άπιστους που, ενώ «θέτουν τον δάκτυλον επί των τύπων των ...κρίνων», πασχίζουν να το εξηγήσουν με λογικοφανείς ερμηνείες, γεννημένες από τη θολοκουλτούρα τους.

Κι όμως η "Παναγία του Χάρου" είτε για χάρη των πιστών της είτε για προβληματισμό των απίστων συνεχίζει το θαύμα της. Και μας καλεί όλους να πυκνώσουμε με την παρουσία μας τη στρατιά των πανηγυριωτών και να οδεύσουμε σ' αυτήν, για να αποθέσουμε τις ελπίδες μας και τους οραματισμούς μας.


Ο ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.

Την σεπτήν σου Εικόνα προσκυνούμεν Πανύμνητε, η του χάρου τη κλήσει προσφυώς επικέκληται. εν ταύτη γαρ τα κρίνα χλοερά, ορώντες μετά χρόνου παρολκήν, ανυμνούμεν σου την χάριν πανευλαβώς, Παρθένε ανακράζοντες. δόξα τοις μεγαλείοις σου Αγνή, δόξα τοις θαυμασίοις σου, δόξα τη προς ημάς σου προμηθεία Άχραντε.


ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος δ'. Επεφάνης σήμερον.

Εν Λειψώ προστρέχοντες την σην εικόνα την του Χάρου Δέσποινα, περιπτυσσόμεθα πιστώς, την ευωδίαν καρπουμένοι, των εν αυτή θείων κρίνων υμνούντες σε.


ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Έχει την εικόνα σου την σεπτήν η Λειψώ, Παρθένε, ως θησαύρισμα ιερόν, ήτις παρά πάντων, ωνόμασται του Χάρου, χαράν και ευφροσύνην πάσι παρέχουσαν.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ



ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ Η ιστορία της Παναγίας Σουμελά - Απο τον Πόντο στην Ημαθία
 
Κείμενο Θεοδώρα Αβαγιανού
Σύμφωνα με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που σήμερα βρίσκεται στον ομώνυμο Ιερό Ναό στο Βέρμιο, είναι έργο του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά.

Το όνομα Σουμελά ετυμολογείται από το όρος Mελά και το ποντιακό ιδίωμα «σού», που σημαίνει «εις το», και έγινε Σουμελά «εις του Μελά».




Το 386 μ.Χ, οι Αθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος ίδρυσαν το μοναστήρι στο όρος Mελά στον Πόντο, ύστερα από αποκάλυψη της Παναγίας. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η Ιερή Εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία είχε εικονογραφήσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς.

Κατά καιρούς έκαναν επιδρομές στη Μονή κλέφτες και αλλόθρησκοι λόγω του πλούτου και της φήμης της. Υπάρχουν σχετικές αναφορές για θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού.





Το 1922, εποχή που οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου διώχτηκαν από τα εδάφη των προγόνων τους, οι μοναχοί έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ Kομνηνού και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου, στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας.





Τότε, η Ιερή Εικόνα θάφτηκε για τριάντα περίπου χρόνια στα αγιασμένα χώματα της.

Ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης, και ο Λεωνίδας Ιασονιδης, Μητροπολίτης Ξάνθης και υπουργός αντίστοιχα επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου, ζήτησαν τη μεσολάβηση του πρωθυπουργού για την απελευθέρωση της εικόνας.

Το αίτημα εγκρίθηκε από τον τότε Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού. Ο Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος, από τους τελευταίους μοναχούς της μονής, ταξίδεψε στον Πόντο και έπειτα από πολλές προσπάθειες βρήκε την εικόνα, τον πολύτιμο Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο , το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστόφορου που είχαν ενταφιαστεί μαζί με την εικόνα.

Αμέσως τα μετέφερε στην Αθήνα ,όπου εναποτέθηκαν στο βυζαντινό μουσείο Αθηνών, έως το 1951 όπου ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το σωματείο Παναγία Σουμελά από τον γιατρό Φίλωνα Κτενίδη.

Τον Αύγουστο του 1952, η εικόνα της Παναγίας ενθρονίστηκε επίσημα στον Ιερό Ναό που χτίστηκε προς τιμήν Της στο όρος Βέρμιο.




Σαράντα περίπου χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 1993 παραδόθηκαν από το βυζαντινό μουσείο Αθηνών ο Σταύρος και το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστόφορου.

Η Εικόνα της Παναγίας Σουμελά, αποτελεί το σύμβολο των Ελλήνων του Πόντου οι οποίοι καταφεύγουν σε Αυτή για να τους απαλλάξει από τα προβλήματα και τις συμφορές.








ΣΤΗ ΓΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ



Στην Μονή της Παναγίας στο Όρος Μελά του Πόντου, τον Δεκαπενταύγουστο του 2010, ακούστηκαν για πρώτη φορά ύμνοι και ικεσίες ύστερα από 88 χρόνια. Της Θείας Λειτουργίας προεξήρχε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος με ενέργειες του οποίου κατέστη δυνατή αυτή η μοναδική για τον Ελληνισμό δυνατότητα.

Το γεγονός αυτό επαναλήφθηκε το 2011 και το 2012.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ

 Αποτέλεσμα εικόνας για παναγια της αγιασου


ΙΑΚΩΒΟΥ ΦΡΑΝΤΖΗ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ


ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ
ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
    Τα πλήθη των προσκυνητών πού καταφθάνουν από κάθε γωνιά της πατρίδας μας αλλά και τα πλήθη των ομογενών του εξωτερικού πού άρχονται στην Παναγία της Αγιάσου, είναι φυσικό να ζητούν, όχι μόνο προφορικές πληροφορίες για την εικόνα της Παναγίας και το Ιερό γενικά Προσκύνημα της Αγιάσου, αλλά αν είναι δυνατόν και κάποιο σχετικό βιβλίο.
    Αυτή η ανάγκη ώθησε τον προκάτοχο μου αείμνηστο Μητροπολίτη Ιάκωβο Κλεομβρότου τον από Σισανίου και Σιατίστης, να συντάξει σχετικό βιβλίο, το όποιο εξέδωσε το Ιερό Προσκύνημα κατά το έτος 1981 και το όποιο με την πάροδο του χρόνου εξηντλήθη.
    Ή αυτή ανάγκη ωδήγησε και εμέ στη συγγραφή του βιβλιαρίου τούτου, στο όποιο περιέλαβα τις κυριώτερες ιστορικές πληροφορίες για την ιερή εικόνα της Παναγίας και την Ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος αφού προσέθεσα σ' αυτό και την ιερή ακολουθία πού ψάλλεται κατά την εορτή της μετακομιδής της ιεράς εικόνος της Παναγίας.
    Το παραδίδω στα χέρια των ευσεβών Προσκυνητών με την θερμή ευχή, όπως "ή εν πρεσβείαις ακοίμητος Θεοτόκος" δέχεται τις προσευχές όλων και ως μητέρα του Κυρίου πρεσβεύει για όλους ώστε να μας συνοδεύει η Χάρις και η ευλογία του Κυρίου.
Μετά θερμών ευχών και αγάπης Ό Μητροπολίτης
ΑΓΙΑΣΟΣ 
    Όσο είναι ξακουσμένη σ' όλη την Ελλάδα για τις δροσιές, για την ευφορία της γης, για τις ομορφιές της η περιοχή του Πηλίου, άλλο τόσο είναι φημισμένη και η δροσόλουστη και φρουτοπαραγωγική Άγιάσος στη Λέσβο.
    Από το κέντρο του νησιού, ανάμεσα σε καταπράσινα βουνά, και από ψηλή βουνοπλαγιά αντικρίζει την κορυφή του επιβλητικού Λεσβιακού Όλύμπου με την ψηλότερη κορφή του πού φτάνει τα 1.000 περίπου μέτρα και τον καθαγιάζει το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία.
Κάστανα, καρύδια, μήλα, βύσσινα, κεράσια, εκτός από το λάδι, είναι τα Ιδιαίτερα προϊόντα της περιοχής. Την εύφορη γη της τρέφουν τα πλούσια νερά της Αγιάσου πού κυλώντας από βουνά και λαγκάδια τροφοδοτούν τις πηγές της Καρύνης με τα πανύψηλα αιωνόβια πλατάνια και την κάνουν σταθμό εξαίρετο για όσους ανεβαίνουν στην Άγιάσο ή επιστρέφουν άπ' αυτήν.
     Όμως εκείνο πού δίνει ιδιαίτερη χάρη στην όμορφη και ιστορική κωμόπολη της Αγιάσου είναι ή Παναγία η Άγιασώτισσα. Αυτή έδωσε "προ αιώνων " και το όνομα στον τόπο τούτο. Αυτή ανέδειξε την έρημη κάποτε αύτή περιοχή σε θρησκευτικό κέντρο του νησιού μας. Και τούτο είχε την ευνοϊκή συνέπεια, το αρχικά θρησκευτικό αυτό κέντρο, να γίνει κωμόπολη με ακτινοβολία πολιτιστική και εμπορική, με πρόοδο στα γράμματα και στις τέχνες και Ιδιαίτερα με πρωτοφανή επίδοση στην κεραμική. Και όλα αυτά ξεκινούν από την Παναγία της Αγιάσου. Για τούτο: "Αν το Άγιο Όρος ονομάζεται "το περιβόλι της Παναγίας" έχομε κάθε δικαίωμα να ονομάσουμε "Περιβόλι της Παναγιάς" την Άγιάσο, γιατί ό,τι είναι η Άγιάσος σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι στην Παναγία το χρωστά.
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ
    Όταν λέμε: Παναγία της Αγιάσου, εννοούμε την Ιερή «Εικόνα της Παναγίας της Αγιάσου πού για την Ιστορία της θα πρέπει να πούμε λίγα λόγια στη συνέχεια.
    Οι ιστορικές πληροφορίες πού έχουμε για την εικόνα αύτη μας φέρνουν χίλια εκατό περίπου χρόνια πίσω, στον ένατο αιώνα, στην εποχή της εικονομαχίας. Είναι γνωστό από την ιστορία, ότι εικονομάχοι απ΄ τη μια μεριά και φίλοι των εικόνων από την άλλη, αγωνίζονταν χρόνια και χρόνια στο Βυζάντιο. Παρεξηγημένες απόψεις και φανατισμοί έφεραν τρικυμία, που συγκλόνιζε όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η Πολιτεία άλλοτε έπαιρνε τη μία θέση και άλλοτε την άλλη. Ήταν επόμενο η ανάμειξη της Πολιτείας, που κρατά στα χέρια της την εξουσία να καταλήξει σε διωγμούς και βαναυσότητες.
    Οι εικόνες όσο και αν ήταν ιερές και αξιοσέβαστες αλλά και αξιοθαύμαστες σαν έργα τέχνης, ήταν ο στόχος των εικονομάχων. Με μανία και πρωτοφανή ασέβεια γινότανε με το τσεκούρι καυσόξυλα.
Τότε, ευσεβείς άνθρωποι και μάλιστα κληρικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πόλεις πού κατοικούσαν, να αυτοεξορισθούν, για να σωθούν, αλλά και να σώσουν άπ' τη μανία της καταστροφής ιερές εικόνες ή ιερά λείψανα και ιερά αντικείμενα.
    Ένας τέτοιος αυτοεξόριστος ήτανε ο ιερεύς Αγαθών ο Έφέσιος για τον όποιο έχομε τις παρακάτω πληροφορίες.
    Ό Αγαθών υπηρετούσε στα Ανάκτορα της Κωνσταντινουπόλεως επί αυτοκράτορας Λέοντος του Α'. του Ίσαύρου (775-780), ο όποιος υπήρξε εικονομάχος. Επειδή περιέπεσε στη δυσμένεια του Βασιλέως, λόγω των αντιθέτων φρονημάτων του, αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στα μέρη της Παλαιστίνης, όπου το φρόνημα των Χριστιανών ήτο εικονόφιλο. Έμεινε εκεί δώδεκα χρόνια και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την εξέλιξη του κινήματος των εικονομάχων. Όταν πληροφορήθηκε ότι η Αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία, πού είχε αγωνισθεί για την επαναφορά των Αγίων εικόνων εξορίστηκε στη Λέσβο και ότι στο νησί αυτό επικρατούσε φρόνημα εικονόφιλο, αναχώρησε από τα Ιεροσόλυμα και ήλθε στη Λέσβο, έχοντας μαζί του μια αρχαία βυζαντινή εικόνα της Παναγίας, διαστάσεων 0,56X0,62 παριστάνουσα τη Θεοτόκο σε προτομή, να βαστάζει στους κόλπους της τον Ιησού Χριστόν. Ή εικόνα είχε την επιγραφή "Μήτηρ Θεού Αγία Σιών».
    Ό Αγαθών ο Έφέσιος έφερε και αλλά κειμήλια όπως ήταν ένας μικρός αργυρός σταυρός με τίμιο ξύλο, ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Ε' αιώνα και λείψανα του Αγίου Διονυσίου, προφανώς για να έλθει σε επαφή με την εξόριστη Βασίλισσα και μετά την καταστολή του εικονομαχικού κινήματος να μπορέσει να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη1.
    Ό Αγαθών δεν παρέμεινε στην πόλη της Μυτιλήνης, ούτε σε άλλο παραθαλάσσιο χωριό, αλλά από τον φόβο των πειρατών, πού πολύ συχνά ενοχλούσαν τότε τα νησιά μας, προσχώρησε στο εσωτερικό του νησιού και έφθασε κάπου εδώ ανάμεσα στα βουνά και στα λαγκάδια της Αγιάσου.
    Διάλεξε μια δασωμένη έρημη τότε τοποθεσία όπου σήμερα βρίσκεται το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής, το γνωστό σαν άγιασμα, πίσω από το κτίριο του Αναγνωστηρίου της Αγιάσου. Ό τόπος αυτός λεγόταν "Καρυές", όνομα πού πήρε από τη μεγάλη καρυδιά, πού βρισκότανε εκεί.
    Σ' αυτό το δασωμένο τόπο ασκήτεψε ο Αγαθών και μέσα σε μια κρύπτη πού έφτιαξε εκεί, έκρυψε την ιερή εικόνα με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια, όπως και τα αλλά Ιερά κειμήλια, πού έφερε με τόσους κόπους και κινδύνους.
    Σιγά-σιγά τον πλησίασαν άνθρωποι από γειτονικά μικρά χωριουδάκια της περιοχής. Από την "Πενθίλη" πού δεν υπάρχει πια σήμερα και πού μόνο ή τοποθεσία της είναι γνωστή με το όνομα "Μπιτζίλια", εκεί κοντά στο χώρο πού έκτισε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μυτιλήνης "Ιάκωβος, ο από Δυρραχίου το έτος 1936 το Σανατόριο και πού τώρα μετατράπηκε σε «Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας Ή θεομήτωρ», και από άλλο χωριό την "Καρύνη" στη γνωστή και σήμερα τοποθεσία με τα άφθονα και κρύα νερά.
    Αρκετοί κάτοικοι των χωριών αυτών συνεπαρμένοι από την αγιότητα του Αγάθωνα, με χαρά έπαιρναν από την Καρύνη τον ανηφορικό και δύσβατο δρόμο, πού σήμερα, αν πάμε από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, είναι περίπου 10 χιλιόμετρα, ή πάλι αυτοί πού ερχότανε από την Πενθίλη κατέβαιναν από την επίσης δύσβατη ρεματιά, όπου σήμερα είναι τα γραφικά εξωκκλήσια Ταξιάρχης, Αγ. Κωνσταντίνος και Αγ. Ιωάννης 'Απέσου. Και όλοι αυτοί ήθελαν όχι μόνο να ακούσουν τα σοφά λόγια του Αγάθωνα, να εξομολογηθούν σ' αυτόν, αλλά και να τον παρακαλέσουν να δεχθεί εμπιστευτικά και να τους αφήσει να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας και τα άλλα ιερά κειμήλια.
    Δεν άργησαν πολλοί άπ' αυτούς τους ευσεβείς ανθρώπους, να έλθουν για πάντα κοντά στον Αγάθωνα και να ασκητέψουν μαζί του, χτίζοντας εκεί ένα μοναστηράκι.
    Πότε ακριβώς ήρθε ο Αγαθών στη Λέσβο δεν είναι ίσως γνωστό, Ίσως το 803, είναι όμως γνωστό, ότι ο Κύριος τον κάλεσε κοντά του την ήμερα της Υπαπαντής (2 Φεβρουαρίου) του έτους 830 μ.Χ.
Σύμφωνα με την επιθυμία του, οι μοναχοί τον έθαψαν λίγο πιο πέρα από το Μοναστήρι τους, στον τόπο ακριβώς πού σήμερα βρίσκεται ο ναός της Παναγίας.
    Αυτοί εξακολούθησαν να μένουν στο μοναστήρι και μετά το θάνατο του Αγάθωνος και να κρύβουν και να φυλάγουν την εικόνα της Παναγίας και τα αλλά Ιερά κειμήλια με μεγάλη προσοχή και μόνο σε έμπιστους και πολύ γνωστούς για τα εικονόφιλα αισθήματα τους Χριστιανούς να τα δείχνουν και να επιτρέπουν να τα ασπάζονται. Και αυτό γινότανε μέχρι το έτος 842 πού νίκησαν οι φίλοι των ιερών εικόνων και έγινε η λεγόμενη αναστήλωση τους, δηλαδή τότε πού ξαναμπήκανε οί εικόνες στους ναούς, αφού σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν λατρεύουμε τις ιερές εικόνες σαν να ήταν είδωλα θεών - αφού εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε στον Ένα και μόνο αληθινό θεό- αλλά τις τιμούμε και τις προσκυνούμε εκδηλώνοντας την αγάπη μας και τον σεβασμό μας στα πρόσωπα πού εικονίζονται σ' αυτές, όπως καθόρισε και η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος στο 787, πού έδωσε τη λύση στο μεγάλο αυτό πρόβλημα της εικονομαχίας.
ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΑΘΩΝΑ
ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΚΕΝΤΡΟ
    Μετά από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, τη νίκη των εικονόφιλων και την αναστήλωση των εικόνων, πού οι Χριστιανοί μπορούσαν ελεύθερα να τιμούν και να προσκυνούν τιμητικά τις ιερές εικόνες, φανέρωσαν οι μοναχοί του Αγάθωνα, την εικόνα της Παναγίας και τα αλλά ιερά κειμήλια.
    Από όλα τα μέρη του νησιού άρχισαν οι Χριστιανοί με πόθο θερμό να ανεβαίνουν στο μοναστήρι του Αγάθωνα, για να προσκυνήσουν το Τίμιο ξύλο και την εικόνα της Παναγίας. Τόση ήταν η προσέλευση του κόσμου όχι μόνο από τη Μυτιλήνη, αλλά και από τα απέναντι Μικρασιατικά παράλια, ώστε γρήγορα αναγκάστηκαν να χτίσουν μεγάλο ναό, ώστε να εξυπηρετεί τις χιλιάδες των προσκυνητών, πού ερχότανε με πεζοπορία ή με τα ζώα τους στη Μεγαλόχαρη.
    Ερχότανε κάθε ένας με τον πόνο του, πολλές φορές φέρνοντας άρρωστους συγγενείς, με αφάνταστα μεγάλο κόπο. Σήμερα δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τις δυσκολίες πού αντιμετώπιζαν αυτοί διασχίζοντας ανηφορικά μονοπάτια και χαράδρες, μια απόσταση σήμερα είκοσι επτά χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη, με θαυμάσιο τώρα ασφαλτοστρωμένο δρόμο.
    Και όλοι ήθελαν, λαχταρούσαν να τους αξιώσει ή Χάρη της να πάνε στην Παναγία την "Αγία Σιών". Έτσι ήταν γνωστή, γιατί έτσι έγραφε πάνω του το Ιερό εικόνισμα, αφού προερχόταν από τα Ιεροσόλυμα. Και λέγοντας πάμε στην Αγία Σιών σιγά-σιγά φτιάχτηκε το όνομα Άγιάσος. Τότε άρχισε να γίνεται και το χωριό γύρω από το Μοναστήρι, πού από το όνομα της εικόνας πήρε το όνομα Άγιάσος.
    Οι προσκυνητές βέβαια, είχαν ανάγκη από τροφή, από κάποιο Πανδοχείο, ώστε να μπορούν να διανυκτερεύουν χωρίς κίνδυνο αφού και το κλίμα της Αγιάσου είναι αρκετά ψυχρό, με το υψόμετρο πού έχει 650 μ. Επίσης όλοι ζητούσαν και ένα βάζο, ένα μπουκαλάκι να βάλουν και να πάρουν μαζί τους, όταν θα έφευγαν άγιασμα. Άλλα που να βρεθούν τόσα μπουκαλάκια εκείνα τα χρόνια; Έξυπνοι και εφευρετικοί οι Άγιασώτες άρχισαν να κατασκευάζουν κανατάκια από κατάλληλο χώμα και αυτή ή ανάγκη για τη μεταφορά του αγιάσματος, έγινε ή αρχή να αναπτυχθεί στην Άγιάσο η αγγειοπλαστική σε βαθμό αξιοθαύμαστο.
    Ή βαθιά πίστη, οι προσευχές των προσκυνητών καρποφορούσαν. Θαύματα πολλά και μεγάλα αναφέρονται στην ιστορία του Προσκυνήματος και πολλά άπ' αυτά έχουν σαν αιώνιους μάρτυρες τα αναθήματα (τα τάματα), πού βρίσκονται σήμερα στο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας και πού προέρχονται όχι μόνο από Χριστιανούς, αλλά και από Μωαμεθανούς, πού πάνω στον πόνο τους κατέφευγαν στην Παναγία.
    Έτσι ή ακτινοβολία του Ιερού Προσκυνήματος της Παναγίας γινόταν πανελλήνια όχι μόνο στο χώρο της σημερινής Ελλάδος, αλλά και σ' όλον τον Ελληνισμό της Μικρός Ασίας, από την οποία καράβια γεμάτα με προσκυνητές ερχότανε.
    Ή μεγάλη προσέλευση των προσκυνητών συντελούσε να μεγαλώνει και να προοδεύει η Άγιάσος σαν χωριό.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ
    Το έτος 1170 θεμελιώθηκε ο ναός στη θέση πού είναι σήμερα, δηλαδή στον τόπο όπου ήταν θαμμένος ο άγιος Αγαθών. Εκεί πάνω στο μνημείο του, είχαν γράψει: "Τύμβος μοναχο- πρεσβυτέρου Αγάθωνος Έφεσίου, κομιστού της αγίας εικόνος".
    Προτίμησαν αυτόν τον τόπο όχι μόνο για να τιμήσουν τον Αγάθωνα, αλλά ίσως και για να μεταφέρουν το Μοναστήρι τους στη νέα αυτή θέση, γιατί εκεί πού το είχαν χτίσει πρώτα ήταν βαθούλωμα και το χειμώνα πλημμύριζε από τα νερά, πού συσσωρεύονταν σ' αυτό το μέρος.
    Για το χτίσιμο του ναού έπρεπε να πάρουν άδεια από τον διοικητή της Λέσβου, πού τότε ήταν ο Κωνσταντίνος Βαλέριος. Έχουμε σαν ιστορικό ντοκουμέντο το έγγραφο της αδείας2.
"Βαλέριος Κωνσταντίνος Άρχων πάσης Λέσβου.
    Έντεταλμένος του εν δόξη και αρεταίς περιβαλλόμενου και υπεράνω παντός γηϊνοκόσμου μεγίστου αυτοκράτορος απαξαπάσης Βυζαντινής Επικρατείας, Βαλέριος Κωνσταντίνος, Άρχων πάσης Λέσβου, εδρεύων Μυτιλήνην.
    Συνειδώς Ικεσίας Χριστιανών οικούντων περίχωρα ορίοις και τόπου καλούμενον "Καρυαί"ένθα ενθρονισμένη ιερά σκήτη απεικόνισις Ύπεραγίας Θεομήτορος προελθούσης εξ Αγίας Σιώνος, πιστών και υποτελών ενδοξότατη και κοσμοκράτειρα αυτοκρατορία.
    Δίδωμι αυτοίς ελευθερίαν οικοδμησίας Οικοθέου εν τω ονόματι και μνήμη Ύπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου εν θέσει, ένθα μιμνήσιον τύμβου + μοναχο-πρεσβυτέρου Αγάθωνος Έφεσίου κομιστού της αγίας εικόνος.
Εντέλλομαι δεκάρχην Ευμένιον χειροπαραδώσειν παρούσαν ικέταις".
Βαλέριος Κωνσταντίνος Άρχων πάσης Λέσβου Εκ Μεγάρου του ΙΒ' αιώνι Θ΄ έχει 17 Αυγούστου 1170
    Το χτίσιμο του ναού βάσταξε τρία χρόνια. Ό ναός ήταν μικρότερος από το σημερινό. Στην είσοδο του ναού υπήρχε η παρακάτω επιγραφή: ΕΠΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΕΚ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΒΑΛΕΡΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΝΗΓΕΡΘΗ Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΕΡΙΜΝΗ ΠΙΣΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΑΓΑΘΩΝΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥ ΣΕΠΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΟΜΙΣΤΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗ 15ηΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1173.
Μαζί με το ναό οι μοναχοί έχτισαν πολλά κελλιά όχι μόνο για τις δικές τους ανάγκες, αλλά και για τη φιλοξενία των προσκυνητών. Τούτο φαίνεται και από την επιγραφή πού έγραψαν στην είσοδο των κελλιών του ξενώνα: «ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΝΤΑΣ ΠΡΟΣΗΝΩΣ ΔΕΧΟΜΑΙ ΕΚ ΚΑΡΔΙΑΣ» Από το 1173 πού τελείωσε και εγκαινιάστηκε ο ναός αυτός, διατηρήθηκε επί 633 χρόνια, δηλαδή μέχρι το έτος 1806, πού αναγκάστηκαν να τον κατεδαφίσουν, διότι έγινε επικίνδυνα ετοιμόρροπος, και να χτίσουν στην ίδια θέση νέο ναό, πολύ μεγαλύτερο από τον πρώτο, αν και οι τουρκικές αρχές απαγόρευαν να χτίζονται ναοί μεγαλύτεροι από αυτούς πού υπήρχαν σε κάθε τόπο. Αξίζει στο σημείο αυτό να μεταφέρουμε τη σχετική περικοπή από το βιβλίο "Ιερά Προσκυνήματα Αγιάσου" του Στρατή Κολαξιζέλλη.
    "Δια να την κτίσουν μεγαλυτέραν οι προαναφερθέντες, εφιλοξένησαν τον υπάλληλον πού ήρθε στην Άγιάσο όσον ήτο δυνατόν καλύτερα. Την επαύριον έβαλαν γιουβέτσι εις τον φούρνον, υποδείξαντες εις τον φούρναρην να το ψήσει. Περί τις δύο ώρες μετά το μεσημέρι και αφού έφαγαν μαζί του με πολύ αργόν ρυθμόν πήγαν εις το οικόπεδον της εκκλησίας κατά την ώραν του Εσπερινού. "Ωσπου να βρουν με το βήμα της χελώνης το μέρος από το όποιον ανατέλλει ο ήλιος, να μετρήσουν το μήκος και το πλάτος, να στηρίξουν εις όλες τις γωνίες πασσάλους τους οποίους να δέσουν με σχοινί, και να δέσουν τις δύο άκρες του σχοινιού με κόμβον, επί του οποίου ο υπάλληλος να κολλλήσει βουλοκέρι, και να αποτυπώσει έπ' αυτού την μετάλλινη σφραγίδα του, ο ήλιος βασίλεψε, και η κατάθεσις του θεμελίου λίθου ανεβλήθη δια την αυριανήν ημέραν.
    Για το σχοινί οι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποίησαν το εντόπιο αιγοτρίχινο ελαστικό καζίλι, χωρίς να το τεντώνουν.
    Την νύκτα μετεκίνησαν τους πασσάλους προς τα έξω, τεντώσαντες το καζίλι χωρίς όμως να βλάψουν το αποτύπωμα της σφραγΐδος. Το πρωΐ ο υπάλληλος είδεν, ότι το αποτύπωμα της σφραγίδας ήτο σε καλήν κατάστασιν και έδωκε την ΄άδειαν να κτίζουν. Εις το τέλος είδεν, ότι η νέα εκκλησία έγινε λίγο, μεγαλύτερα της προϋπαρχούσης, αλλά δεν τους ετιμώρησε, διότι υπήρχε και το ελαφρυντικό νομικό αξίωμα: "Ότι οποιοδήποτε εκτίσθη, είναι καλά κτισμένο", το όποιον εγνώριζαν και οι ενδιαφερόμενοι".
    Ή ανέγερση του ναού έγινε με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιερεμία του μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου και των προεστών της Κοινότητος Αγιάσου, πού φρόντιζαν για το ναό, αφού πια από το 1783 είχε διαλυθεί το Μοναστήρι του Αγάθωνα και ο ναός είχε γίνει Ενοριακός για την Κοινότητα και Ενορία της Αγιάσου.
    Ό ναός αυτός δεν ήταν θέλημα Θεού να διατηρηθεί και να εξυπηρετήσει τους Χριστιανούς. Άρχισε, όπως είπαμε, να χτίζεται το 1806 και ενώ υστέρα από 6 χρόνια ήταν σχεδόν έτοιμος - τότε έκαμαν τις τελευταίες διακοσμήσεις του ναού και τα ξυλόγλυπτα - τη νύχτα της 6ης Αυγούστου 1812 καταστράφηκε από πυρκαϊά, πού έκαψε ένα μεγάλο τμήμα της Αγιάσου.
Ευτυχώς η εικόνα της Παναγίας και οι περισσότερες αγίες εικόνες σώθηκαν, αλλά ο ναός ολόκληρος, το καμάρι των Άγιασωτών, έπρεπε να ξαναχτιστεί.
    Με ενέργειες του Μητροπολίτου Μυτιλήνης του μετέπειτα Πατριάρχου Αλεξανδρείας Καλλινίκου έγινε Ιρανός σ' όλο το νησί, αλλά και στη Μ. Ασία για την ανοικοδόμηση του ναού. Έτσι στα 1815 ξαναχτίζεται ο τρίτος κατά σειρά ναός, αυτός πού υπάρχει σήμερα.
    Για την ανέγερση του ναού έδωσε αδεία ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β'. Ό ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με τρεις κόγχες Ιερού Βήματος και τρεις αγίες Τράπεζες και μεγάλο γυναικωνίτη.
   Το μήκος του ναού είναι 32,20 μέτρα και το πλάτος 26,20 μέτρα. Το τέμπλο είναι μαρμάρινο, όπως και ο δεσποτικός θρόνος με τέχνη εξαίρετη. Ή εσωτερική διακόσμηση του ναού συμπληρώθηκε και με νέο Έρανο, το έτος 1838 επί Μητροπολίτου Μυτιλήνης Πορφυρίου. Τότε τοποθετήθηκε στο Νάρθηκα η επιγραφή "ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΓΩΓΕ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΓΙΑΣ ΣΙΩΝ ΜΗΤΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΤΩΝ ΟΡΑΤΩΝ ΟΣ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΕΡΜΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1815 ΚΑΙ ΟΙΑΝ ΕΝΤΕΛΕΙΑΝ ΑΘΡΟΙΣ ΛΑΜΒΑΝΩΝ ΤΟ 1838 ΑΔΡΑ ΔΑΠΑΝΗ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΩΝ ΑΠΑΣΩΤΩΝ ΣΥΝΔΡΑΜΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΛΩΝ ΕΞΩΘΕΝ ΕΥΣΕΒΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΑΛΛ Ω ΜΗΤΕΡ ΕΛΕΟΥΣ ΤΕ ΕΥΣΠΛΑΓΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΤΙΡΜΩΝ ΣΩΖΕ ΠΑΝΤΑΣ ΗΜΑΣ ΕΚ ΝΟΣΩΝ ΔΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΟΛΕΘΡΙΩΝ ΚΑΚΩΝ".
    Κατά τα νεώτερα χρόνια, τα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Προσκύνημα της Αγιάσου παρουσίασε αξιόλογη ανάπτυξη, με το θερμό ενδιαφέρον πού έδειξαν γι' αυτό οι δύο μεγάλοι Μητροπολίτες της Μυτιλήνης Ιάκωβος από Δυρραχίου (1925-1958) και Ιάκωβος ο από Σισανίου και Σιατίστης (1958-1987), ο Αρχιερατικός Επίτροπος Πρωτοπρεσβύτερος Εμμανουήλ Μυτιληναίος (1937-1940) και άλλοι.
    Με πρωτοβουλία του λόγιου πρωτοπρ. Εμμανουήλ Μυτιληναίου το Ιερό Προσκύνημα εξέδιδε το περιοδικό "Αγία Σιών", στο όποιο δημοσιεύθηκαν πολλές σοβαρές μελέτες. Με πρωτοβουλία του ιδίου άνω των εκατό διαφόρων μεγεθών φορητές εικόνες, χρονολογούμενες από τον 9ον μέχρι τον 19ον αιώνα, συγκεντρώθηκαν και φυλάχθηκαν σε ειδικές προθήκες μέσα στο ναό, ενώ άλλες ένδεκα περιμάζεψε ο Αρχιερατικός Επίτροπος πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Παπουτσέλης (1944-71). Επίσης πολύτιμες υπηρεσίες προσέφεραν οι Αρχιερατικοί Επίτροποι Άρχιμ. Ιάκωβος Μαλλιαρός μετέπειτα Μητροπολίτης Μηθύμνης, Άρχιμ. Θεόκλητος Σεκέρης, Οικον. Νεκτάριος Χατζηπροκοπίου και άλλοι δια την καλήν διατήρηση των αρχείων και κειμηλίων του ναού, την ευπρέπειαν αυτού και την ευεργετική και πνευματική ακτινοβολία του σ' όλη την Ελλάδα.
    Κατά το έτος 1963 με πρωτοβουλία του Ιερομόναχου Φωτίου Λαυριώτου συνέθεσε ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης Ιερή Ακολουθία, πού αναφέρεται στη μετακομιδή της Ιερής Εικόνος. Την ακολουθία βλέπε στο τέλος του βιβλίου τούτου.
    Με τις ενέργειες του άειμν. Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου του από Σισανίου και Σιατίστης κατά το έτος 1971 το Ιερό Προσκύνημα της Αγιάσου αναγνωρίσθηκε και κατά νόμον "Ιερό Προσκύνημα" και διοικείται, ως ορίζει ο νόμος, από 5μελή Διοικούσα Επιτροπή.
    Κατά το έτος 1977 έγινε η τελευταία ριζική εσωτερική ανακαίνιση του Ιερού Ναού του Προσκυνήματος, για την οποία δαπανήθηκε το ποσό του 1.300.000 δραχμών. Το έργο ανέλαβε και εξετέλεσε πολυμελής ειδική επιτροπή, ή οποία συγκέντρωσε τα χρήματα και ανέθεσε την ανακαίνιση του ναού σε ειδικό διακοσμητή των Αθηνών, ονομαζόμενο Κωνσταντίνο Σαμαρτζή.
ΤΟ ΑΝΕΛΠΙΣΤΟ ΕΥΡΗΜΑ
    Ξεκινώντας από τον Ιερομόναχο Αγάθωνα, πού έφερε την Ιερή εικόνα της Παναγίας, παρακολουθήσαμε στις προηγούμενες σελίδες πώς άρχισε να συγκεντρώνεται ο κόσμος γύρω στο ιερό προσκύνημα, πώς χρειάστηκε να χτιστεί ο πρώτος και έπειτα ο δεύτερος και τρίτος ναός και είδαμε πώς με τη χάρη της Παναγίας έγινε πανελλήνιο Προσκύνημα και πώς είχε τούτο σαν συνέπεια να αναπτυχθεί γύρω άπ' αυτό η κωμόπολη της Αγιάσου σαν θρησκευτικό κέντρο με πλούσια πνευματική ακτινοβολία, αλλά είναι τώρα καιρός να επανέλθουμε στην Ιστορία της Ιερής εικόνας της Παναγίας.
    Επί αιώνες, όταν ερχότανε οι Χριστιανοί στο ναό της Παναγίας, έβλεπαν με κατάνυξη στο συνήθη τόπο, δίπλα στην ωραία Πύλη μια ωραία εικόνα της Παναγίας να κρατά στην αγκαλιά της το Χριστό. Όλη η εικόνα ήταν, όπως είναι και σήμερα, ντυμένη με πλάκα επίχρυση, με καλλιτεχνικά σχέδια και πολύτιμα πετράδια, πού λάμπουν στο φως των κανδηλιών.
    Στη γιορτή της Παναγίας, στις 15 Αύγουστου κάθε χρόνο, από παιδιά βλέπαμε την ίδια εικόνα κατά τη λιτάνευση της εορτής, να τη σηκώνουν με κόπο και να την περιφέρουν με ευλάβεια αυτοί πού ήθελαν να την κρατήσουν.
    Φαινότανε πολύ βαριά, γιατί το πάχος της εικόνας ήταν περίπου μια σπιθαμή και όλο το πάχος αυτό της εικόνας, όπως και το πίσω μέρος αυτής, ήταν ντυμένο με βυσσινί βελούδο.
    Όμως στην Άγιάσο υπήρχε ή παράδοση, αιώνες τώρα, ότι μέσα στο πάχος αυτής της εικόνας ήταν κρυμμένη ή παλαιά εικόνα του Αγάθωνα και πού ήταν και αυτή, κατά την παράδοση, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Όμως η παράδοση έλεγε, και κάτι άλλο: ότι θα πέθαινε αυτός πού θα τολμούσε να ξηλώσει, να ανοίξει κατά κάποιο τρόπο ή για οποιοδήποτε λόγο, το πίσω μέρος της εικόνας.
Κατά το έτος 1938 ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ιάκωβος ο από Δυρραχίου αποφάσισε να ερευνήσει και να λύσει το πρόβλημα αυτό. Με τη σύμφωνη γνώμη του δραστήριου τότε Αρχιερατικού Επιτρόπου Πρωτοπ. Εμμανουήλ Μυτιληναίου, και τη συναίνεση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ναού, αποφάσισε να ερευνήσει την εικόνα παρουσία και άλλων μαρτύρων.
    Ή έρευνα έγινε στο γραφείο του ναού. Ήταν παρόντες ο Μητροπολίτης, ο τότε Πρωτοσύγκελος, μετέπειτα Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος ο από Σισανίου και Σιατίστης, ο Αρχιερατικός Επίτροπος Έμμ. Μυτιληναίος, ο Ρώσος τεχνίτης Βασίλειος Ραχτσέβσκυ, ειδικός συντηρητής εικόνων του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, πού για τον σκοπό αυτό κάλεσε στη Μυτιλήνη ο Μητροπολίτης, παρίσταντο επίσης και όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ναού.
    Έβγαλαν τότε με προσοχή και Ιερή αγωνία το πρώτο βελούδινο κάλυμμα και στη συνέχεια το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, γιατί φαίνεται ότι με το πέρασμα των χρόνων, όταν ξεθώριαζε ή σχιζότανε το ύφασμα, έβαζαν πάνω σ' αυτό το παλαιό ένα καινούργιο κάλυμμα. Έτσι βγάζοντας ένα-ένα τα από αιώνων αλλεπάλληλα καλύμματα, βρήκαν ένα ξύλινο κιβώτιο και μέσα σ' αυτό την εικόνα της Παναγίας, πού έφερε ο Αγάθων, τυλιγμένη προσεκτικά με ύφασμα βουτηγμένο, εμποτισμένο, σε κηρομαστίχα, που χρησιμοποιείται σαν ζεστός πολτός κατά τα εγκαίνια της Αγίας Τράπεζας των ναών.
    Ή χαρά, η συγκίνηση ήταν αδύνατον να περιγραφεί για το μεγάλο, το θείο εύρημα. Με μεγάλη προσοχή ξετύλιξαν το ύφασμα. Όλοι με δάκρυα στα μάτια, με ρίγη συγκινήσεως ασπάσθηκαν την εικόνα, την θύμιασαν και έψαλαν τροπάρια στη θεομήτορα.
    Ή εικόνα ήταν σαν αύτη πού ήξεραν, δηλαδή αύτη πού έβλεπαν και προσκυνούσαν οι πιστοί στο τέμπλο της εκκλησίας, με την επίχρυση επένδυση. Απεδείχθη έτσι, πώς αυτή ήταν πιστό αντίγραφο της κρυμμένης παλαιάς εικόνας του Αγάθωνα.
'    Αλλά ή εικόνα πού βρέθηκε ήταν φοβερά κατεστραμμένη. Πολλά κομμάτια από ξύλο της εικόνας είχαν αποσαθρωθεί, είχαν μαδύσει. Ό Ρώσος τεχνίτης κάθισε αρκετό καιρό στη Μυτιλήνη και δούλεψε μερόνυχτα πάνω στην εικόνα προσπαθώντας να την καθαρίσει, και όπου το ξύλο είχε μαδήσει, το αντικαθιστούσε με κομμάτια ειδικού φελλού, πού τον συναρμολογούσε σαν ειδικός συντηρητής εικόνων.
    Από τότε αποφασίστηκε να γίνει ένα μαρμάρινο προσκυνητάρι, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, πού βρίσκεται στο τέμπλο και πάνω σ' αυτό να τοποθετηθεί μόνιμα και ασφαλισμένα μέσα σε ξύλινη θήκη με διπλό κρύσταλλο ή αρχαία πολύτιμη εικόνα. Εκεί την βλέπουμε και την προσκυνάμε σήμερα. Είναι φανερό, ότι οι παλαιοί εκείνοι Χριστιανοί, όταν είδαν ότι η εικόνα της Παναγίας άρχισε να καταστρέφεται, ανέθεσαν σε καλό αγιογράφο να κάνει ένα πιστό αντίγραφο της εικόνος για να κρύψουν την παλαία. Ή εικόνα - αντίγραφο είναι έργο εξαίρετο Βυζαντινής τέχνης. Οι ειδικοί λένε, ότι έγινε κατά τους χρόνους της αλώσεως, δηλαδή γύρω στο 1453. Έγινε στις διαστάσεις της παλαιάς. Έχει επίχρυση καλλιτεχνική επένδυση καμωμένη έτσι ώστε να ξεκλιδώνει και να ανοίγει σαν παράθυρο, για να φαίνεται η εικόνα.
ΚΤΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ 
    α) Στο προαύλιο του ναού υπάρχει το παρεκκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων.
    β) Παλαιό κτίριο πού επισκευάσθηκε ριζικά (αναπαλαιώθηκε) κατά το έτος 1965. Σ' αυτό στεγάζεται η αίθουσα υποδοχής (το λεγόμενο Συνοδικό) τα δωμάτια φιλοξενίας του Μητροπολίτη και του Ιεροκήρυκα, τα δύο Μουσεία- Βυζαντινό και Λαϊκό - Δωμάτια, αποθήκες και στο ισόγειο επτά (7) ενοικιαζόμενα καταστήματα,
    γ) Τέσσερα (4) κτίρια παλαιών ξενώνων, πού διαθέτουν συνολικά 65 δωμάτια, για τη φιλοξενία προσκυνητών.
    δ) Ό ένας ξενώνας στη θέση Σταυροί πού έχει χτιστεί το 1931 με κάπως ιδιόρρυθμο σχέδιο και σήμερα στεγάζει το Α.Τ. Αγιάσου, το Υποθηκοφυλακείο, τα Φροντιστήρια Ξένων Γλωσσών κ.λ.π.).
    ε) Κτίριο Πνευματικού Κέντρου και Ξενοδοχείο.
Τούτο κτίστηκε κατά το έτος 1971 με τη φροντίδα του τότε εκκλησιαστικού συμβουλίου πού αποτελούσαν, ο γράφων το παρόν ως Αρχιερατικός Επίτροπος τότε, ο Ευστράτιος Τζίνης, ο Κλεάνθης Καλδέλλης, ο Χαράλαμπος Εύσ. Πανταζής και ο Μιλτιάδης Έπαμ. Ψυρούκης.
Ή αποπεράτωση του έργου έγινε το έτος 1979. Δαπανήθηκε το ποσό των 7.300.000 δραχμών, από το όποιο τα έξι εκατομμύρια διέθεσε το Ιερό Προσκύνημα και ευσεβείς δωρητές. Το 1.300.000 δραχμές ήταν κρατική επιχορήγηση, πού εξασφάλισε με ενέργειες του ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού και Επιστημών Δημήτριο Νιάνια. Τα σχέδια είναι του Αρχιτέκτονα Γ. Γιαννουλέλη.
    Στο ισόγειο του κτιρίου υπάρχει και λειτουργεί το Πνευματικό Κέντρο του Προσκυνήματος, καθώς και το γραφείο του Αρχιερατικού Επιτρόπου και το Εξομολογητήριο.
    Στους Α' και Β' ορόφους λειτουργεί το Ξενοδοχείο "Αγία Σιών" 14 δωματίων και 28 κλινών.
στ) Εκκλησιαστικό Μουσείο.
    Από το έτος 1972 λειτουργεί το Εκκλησιαστικό Μουσείο, στο όποιο φυλάσσονται: Ό σταυρός με το Τίμιο Ξύλο πού έφερε, ο Αγαθών, δύο μεμβράνινα φύλλα Ευαγγελίου του Ε' αιώνα, ίσως αυτού πού έφερε ο Αγαθών, ιερά Ευαγγέλια, δύο λειψανοθήκες, δισκοπότηρα, ποιμαντικές ράβδοι, παλαιά κανδήλια, ιστορικά, χρυσοκέντητα άμφια και κυρίως ένα επιτραχήλιο του 16ου αιώνα με 55 χρυσοκέντητες εικόνες και άλλα ιερά κειμήλια μεγάλης αξίας.
    ζ) Λαογραφικό μουσείο.
Από το έτος 1982 λειτουργεί το Λαογραφικό Μουσείο με πολύτιμα έργα λαϊκής τέχνης (κεντήματα, υφαντά, ενδυμασίες, παλαιά χάλκινα σκεύη, κοσμήματα, νομίσματα και αλλά αντικείμενα).
ΣΩΖΟΜΕΝΑ ΙΕΡΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ
    α) Ό Σταυρός με το τεμάχιο τιμίου Ξύλου πού έφερε Ό Αγαθών. Είναι μικρός ασημένιος Σταυρός διαστάσεων 6X3 εκατοστών, πού έχει στο κέντρο τεμάχιο τιμίου Ξύλου. Για να χρησιμοποιείται ευχερέστερα κατά τις ήμερες των εορτών της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) και της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως κατά τη θεία λειτουργία και την προσκύνηση των Χριστιανών, ο μικρός αυτός Σταυρός τοποθετήθηκε στο κέντρο μεγαλύτερου Σταυρού στολισμένου με σμάλτο και με κατάλληλη επίσης σμαλτοποίκιλτη βάση σε ειδικό δίσκο, όπως φαίνεται στην εικόνα του όπισθεν εξωφύλλου όπου διακρίνεται στο μέσον ο Σταυρός του Αγάθωνα.
    β) Ή εικόνα του Χρίστου στο τέμπλο του ναού. Όταν κάηκε ο ναός κατά το έτος 1812, κάηκε και ή εικόνα του Χρίστου, πού είχε τοποθετηθεί στο τέμπλο του ναού. Ό αείμνηστος Μητροπολίτης Ιάκωβος ο από Δυρραχίου "θέλοντας να έχει ο ναός του Ιερού Προσκυνήματος στο τέμπλο του εικόνα του Κυρίου ανάλογη περίπου με την εικόνα της Παναγίας αρχαιολογικής αξίας παραχώρησε και μετέφερε και τοποθέτησε στο ναό του Προσκυνήματος την εικόνα του ΙΕ' αιώνα του Μητροπολιτικού αγροκτήματος "Δαμάνδριον".
    γ) "Αγια Λείψανο. Σε μεγάλη σχετικά αργυρή λειψανοθήκη με καλλιτεχνικές διακοσμήσεις, φυλάσσονται τμήματα ιερών λειψάνων των αγίων Διονυσίου, Στυλιανού, Τρύφωνα, Μιχαήλ Επισκόπου Συνάδων και άλλων αγίων.
    δ) Ιερά Ευαγγέλια. Ευαγγέλιο μεγάλου σχήματος επιχρυσωμένο με θαυμάσιες και ιστορικές επιγραφές, έντυπο του 1791.
— Ευαγγέλιο χειρόγραφο διαστάσεων (0,15X0,10), στο όποιο έχουν βρεθεί ραμμένα δύο φύλλα μεμβράνινου χειρογράφου ευαγγελίου, κατά πάσαν πιθανότητα εκείνου πού έφερε ό Αγαθών.
— Ιερό Ευαγγέλιο διαστάσεων (0,14X0,10) χειρόγραφο, άχρονολόγητο.
— Ιερό Ευαγγέλιο με επίχρυσες πλάκες, σμάλτα, έντυπο Βενετίας του έτους 1752.
    ε) Ιερά Σκέυη. Έξη (6) "Αγια Δισκοπότηρα με θαυμάσιες διακοσμήσεις, δώρα Πατριαρχών, Αρχιερέων και άλλων ευσεβών, οκτώ (8) σταυροί Αγιασμού με ξυλόγλυπτες και ωραίες διακοσμήσεις, αρτοφόρια, επίχρυσες "κιβωτοί" λιβανοθήκες για μεγάλες λιτανείες, αργυρά κατσία, θυμιατήρια, δύο ποιμαντορικές ράβδοι, εξαπτέρυγα, παλαιές ιστορικές κανδήλες με αξιόλογες επιγραφές, ιερά αντιμήνσια και αλλά.


Υποσημειώσεις:
1. Από το βιβλίο Ιακώβου Γ. Κλεομβρότου, Μητροπολίτη Μυτιλήνης "Ή Παναγία της Αγιάσου" Μυτιλήνη 1982 σελ. 9-10 όπου δηλώνει ότι τις πληροφορίες αυτές πήρε από το βιβλίο του Στρ. Κολαξιζέλλη "Θρύλος και Ιστορία της Αγιάσου" Μυτιλήνη 1947
2. Μεταφέρουμε το κείμενο του εγγράφου, όπως έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο του αειμνήστου Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου Κλεομβρότου πού προαναφέραμε με την παρατήρηση ότι όπως έχει γράψει ο αείμ. Έμμ. Μυτιληναίος το κείμενο δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη γλώσσα και τη χρονολογία. Ίδε προαναφερθέν βιβλίο σελ. 12.
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΓΙΑΣΟΥ
ΜΥΤΙΛΗΝΗ 1992

Θεομητορικοί ναοί: H λατρεία της Παναγίας στη Βασιλεύουσα

ένα ευλαβικό οδοιπορικό στις Παναγιές της Πόλης μας…

Η Παναγία η Μουχλιώτισσα, ο μόνος ναός της Πόλης που παραμένει στα χέρια των χριστιανών
φωτο: Χριστός ένθρονος – Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος και ο γιος του Ανδρόνικος Β’ στεφόμενοι από το Χριστό
του Ακύλα Μήλλα, ιστορικού – συγγραφέα
                     Βαθιά μεσάνυχτα έφταναν τα νέα στο στρατόπεδο του κυρ Μιχαήλ Παλαιολόγου πέρα εκεί στο Μετεώριον. Ο Αλέξιος Κομνηνός ο Στρατηγόπουλος έλεγαν, από παραπυλίδα αφύλαχτη που βρήκαν οι θεληματάριοι στα πέριξ της Θεοτόκου της Πηγής, μπήκε στην Πόλη, κατέλαβε τους Πύργους και έδιωξε τους Φράγκους. Πρώτη έμαθε τα νέα η Ευλογία, η αδελφή του αυτοκράτορα, που έσπευσε στον κοιτώνα του αυτοκράτορα: “Κατέσχες ω! βασιλεύ την Κωνσταντινούπολιν”» του έκραξε. Ανάστηθι! Ο Χριστός σοι εχάρισε την Κωνσταντινούπολιν».
             Λίγες μέρες αργότερα ο Μιχαήλ Παλαιολόγος με τους παλατιανούς και την κούρτη όλη εγγύς των Βλαχερνών, στρατοπέδευσε στη μονή Κοσμιδίου και την 15η Αυγούστου του 1261, ανήμερα της Παναγιάς,   πραγματοποιήθηκε η όντως «θεοπρεπέστατη» και «βασιλικωτάτη» διά της χρυσής πύλης θριαμβική είσοδος των Βυζαντινών. Προτού ξεκινήσουν, «αφ΄υψηλού των πύργων» ο Γεώργιος Κλειδάς, μητροπολίτης Κυζίκου, εξεφώνησε «γεγωνύια η φωνή» ευχές που επ΄ευκαιρία είχε συνθέσει ο Γεώργιος Ακροπολίτης.
«Κατά την εκφώνησιν δ΄εκάστης, γινομένου διαλείμματος μικρού, ο αυτοκράτωρ αποβάλλων την καλύπτραν αυτού έπιπτε χαμαί γονυκλινής και μετ΄ αυτού όλον το παριστάμενον αναρίθμητον πλήθος. Ότε δε ο διάκονος εσήμαινε την ανέγερσιν, πάντες ανιστάμενοι εβόων εκατοντάκις ‘’ Κύριε ελέησον’’.
.
Της πομπής προπορευόταν η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας και ακολουθούσε ο βασιλεύς πεζός μετά της Αυγούστης και των μεγιστάνων και μετά αυτούς σύμπας ο συρρεύσας λαός. Βάδισαν έτσι μέχρι της Μονής του Στουδίου, όπου εναπόθεσαν την εικόνα στα χέρια του ηγουμένου και, έφιπποι πλέον, πορεύτηκαν στην Αγιά Σοφιά, όπου τέλεσαν δοξολογία.
Η μεγαλόπρεπη αυτή πομπή αποτυπώθηκε σε αυτοκρατορικό μολυβδόβουλο που εικονίζει τον Μιχαήλ ολόσωμο, με διβητήριο και λώρο, να υψώνει στα χέρια του την εικόνα της Παναγιάς, ενώ τα  χρυσά υπέρπυρα που έκοψε λίγο αργότερα, έφερναν εγχάρακτη στη σκυφωτή τους όψη τη δεόμενη Θεοτόκο τη Βλαχερνίτισσα, περιστοιχισμένη από τα τείχη και τους πύργους της Βασιλεύουσας.
Η θαυμαστή εκείνη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας η ιστορημένη διά χειρός του Ευαγγελιστή Λουκά, φυλασσόταν στην ομώνυμη μονή των Οδηγών, που είχε ανεγείρει περίλαμπρη ο Μιχαήλ ο Μέθυσος, στη θέση παλαιότερου ναού στα χρόνια της Πουλχερίας. Τα ερείπια του καθολικού της, κτίσματος εξαγώνου, ήρθαν στο φως το 1923  από Γάλλους αρχαιολόγους και σώζονται πλάι στις στρατιωτικές αποθήκες και πλησίον των Μαγγάνων, μεταξύ της Αγίας Σοφίας και της Προποντίδας όπου και η ομώνυμη θαλάσσια, μοναστηριακή παραπυλίδα της Οδηγήτριας.
Την εικόνα, που μετά την απεγνωσμένη εκείνη λιτανεία που έγινε στα τείχη του Αγίου Ρωμανού είχαν εναποθέσει οι υπερασπιστές της Πόλης στην πλησίον μονή της Χώρας, κατατεμάχισαν οι στρατιές των Γενιτσάρων «χωρίσαντες εις τέσσερα» κατά τον Δούκα, «και γυμνώσαντες του πολλού αυτής κόσμου».
.
 .
Εκατόν είκοσι Θεομητορικές εκκλησίες
             Μιας άλλης ιστορικής Παναγίας το ερείπιο ορθώνεται λίγο χαμηλότερα και βορειότερα της Αγίας Σοφίας με ενσωματωμένη ως πρόσφατα την αψίδα της κόγχης του σε συνοικιακό κινηματογράφο. Στη παλαιοχριστιανική αυτή βασιλική της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων, που ανέγειρε τον 5ο αιώνα ο Θεοδόσιος ο Μικρός και ανακαίνισε ο Βασίλειος ο Μακεδών, κατερχόταν εκ του οίκου του ο Πατριάρχης και πάσα η Σύγκλητος πεζή, μάγιστροι, πατρίκιοι, ανθύπατοι και οι από σκαραμαγκίου του κουβικουλαρίου άρχοντες, πορευόταν πομπικώς και ο αυτοκράτωρ μέσω του εμβόλου προς τα Χαλκοπράτεια και τελούσαν με λαμπρότητα μεγάλη τη Θεία Λειτουργία κάθε 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού, με τον πατριάρχη και τον αυτοκράτορα να προσεύχονται μπροστά στην Αγία Τράπεζα όπου υπήρχε «εν χρυσή σωρώ αποτεθησαυρισμένη» η Τιμία Ζώνη της Θεομήτορος.
Σε ελάχιστη απόσταση από την Παναγία των Χαλκοπρατείων και πλησίον πάντα της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας βρισκόταν το μονύδριο της Παναγίας της Ευουρανιτίσσης που στους χρόνους του πατριάρχου Νείλου (1379-1388) γνώρισε κτήτορα και ανακαινιστή τον Γεώργιο Κουνάλη. Εδώ, «όπισθεν του ιερού βήματος του παμμεγίστου και θειοτάτου ναού του Θεού Λόγου Σοφίας» βρισκόταν και η μονή της Αειπαρθένου Μαρίας της Βαραγγιωτίσσης που ανακαίνισε στους χρόνους των Παλαιολόγων ο Γυραιός ο Μυροκέφαλος.
Στην άλλη άκρη τώρα της Πόλης, τα ερείπια μιας ιστορικής εκκλησίας, καθολικού της Ιεράς Μονής των Αβραμιτών όπου φυλασσόταν η θαυματουργή εικόνα της Αχειροποιήτου, εξαφανίστηκαν στα πέριξ εκεί της Χρυσής Πύλης και του Επταπυργίου. Στη μεγάλη  θριαμβευτική είσοδο που είχε προγραμματίσει ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς τον Αύγουστο του 963,  αποβιβάστηκε εδώ στη αποβάθρα των Πηγών « διερχόμενος έξω του παρατειχίου» και «διά της πλακωτής στραφείς»  ήλθε να προσκυνήσει στη Μονή των Αβραμιτών « την λεγόμενην Αχειροποίητον της Θεοτόκου».
.
Άλλα σημαντικά προσκυνήματα και μοναστήρια αφιερωμένα στη λατρεία της  πολιούχου της Πόλης Θεοτόκου, υπήρξαν η Παναγία του Φάρου, πλησίον του Βουκολέοντος και του Ιερού Παλατίου, η Παναγία του Φόρου του Κωνσταντίνου, το ευκτήριο της Νικοποιού Θεοτόκου που αναφέρει ο Νικηφόρος Γρηγοράς, τα προσκυνήματα της Παυσολύπης και της Γοργοεπηκόου, της Κυριωτίσσης, της Θεοτόκου της Παυσολυτρίας, της Θεοσκεπάστου Θεοτόκου και της Παναχράντου. Ακόμα ονομαστά υπήρξαν τα ευκτήρια της Θεοτόκου Διακονίσσης, της Παναγίας Ευεργέτιδος, της Κεχαριτωμένης, η Μονή  της Θεοτόκου Ψυχοσώστριας, της οποίας οι Σταυροφόροι άρπαξαν και μετέφεραν στη Δύση τα ιερά της κειμήλια.
Σε πατριαρχικά έγγραφα μνημονεύεται συχνά η εκκλησία της Καστελιώτισσας Παναγίας, η μονή της Κυρά Μαρίας, της Θεοτόκου της Μανδύλου, της Επουρανιωτίσσης, της Παρακοιμωμένης, της Κυρίτου, της ΚελλαραίαςΕκατόν είκοσι περίπου οι Θεομητορικές εκκλησίες που καταγράφονται από ιστορικούς και τοπογράφους της μεσαιωνικής Κωνσταντινουπόλεως και τους συναξαριστές. Από αυτές ελαχιστες επέζησαν μέχρι τα χρόνια της Αλώσεως και έτι λιγότερες θα παρέμεναν στα χέρια των ραγιάδων Γραικών, καθώς έσπευδαν κάθε τόσο οι Οθωμανοί και κατελάμβαναν τη μία μετά την άλλη τις σημαντικότερες εκκλησίας, τις κτισμένες συνήθως στις πλέον δεσπόζουσες και περίοπτες θέσεις της επτάλοφης πολιτείας.
 .
Βλαχερνήτισσα, Παμμακάριστος
Η Μονή Παναγίας της Παμμακαρίστου,  έδρα του Πατριαρχείου μετά την άλωση και μέχρι το 1591
 .
               Η Παναγία των Βλαχερνών, ένας από τους πιο επιφανείς θεομητορικούς ναούς της Βασιλεύουσας, που συχνά αναφέρεται από τους συγγραφείς και τους συναξαριστές, καθώς εδώ εκκλησιάζοντο κατά τους τελευταίους κυρίως αιώνες ο βασιλεύς και οι αυλικοί, πυρπολήθηκε κατά μαρτυρία του ιστορικού Φραντζή το 1434 « υπό τινών αρχοντοπούλων θεολόγων πιάσαι τινάς νεοττούς περιστερών». Την εκκλησία αυτή, που υπεράνω της υψωνόταν τα υπερύψηλα ανάκτορα των Κομνηνών και των Παλαιολόγων είχε ανεγείρει το 435 η Αυγούστα Πουλγερία και σε αυτή φυλασσόταν το πάλαι η  Τιμία Εσθής της Θεοτόκου που γνωρίζουμε ότι μετακόμισαν από τη Γαλιλαία οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κάνδιδος.
Ερειπωμένη βρήκαν τη Βλαχερνήτισσα και ουδέποτε την ορέχθησαν σε αντίθεση με τη Μονή της Παναχράντου που μετέβαλε σε τζαμί ο Φεναρή Ιησά στα τέλη του 15ου αιώνα και τη βασιλική Μονή του Μυρελαίου που κατέλαβε εκείνα τα χρόνια ο βεζίρης Μεσίχ Αλή Πασάς. Την μονή της Θεοτόκου του Λιβός, που «το πανταχόθεν της Πόλεως καταφανές» κτίσμα της εξαφάνισε κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η μεγάλη φωτιά του Φατίχ,  είχε μετατρέψει σε  μεστζήτι, αμέσως μετά την Άλωση, ο αρχιερουργός του Μωάμεθ του Πορθητή Αλή Εφέντης. Παρέμεινε όμως στα χρόνια των Γραικών η Παμμακάριστος Παναγία, εκεί στα υψώματα του Διπλοφάναρου και του Ποτηρά, και σε αυτήν μετέφεραν οι ραγιάδες Γραικοί το πατριαρχείο μετά την άλωση «εκβάλλοντας εδώ ενδιαιτωμένας ολιγίστας μοναχάς  εις την πλησίον εκκλησίαν του Ιωάννη Βαπτιστού του εν τωΤρούλω».
Η Παμμακάριστος θα παρέμενε στα χέρια των χριστιανών χρόνους 138. Επ΄ ευκαιρία του χιλιοστού έτους της Αιγείρας οι Τούρκοι την κατέλαβαν το 1591 μετατρέποντας το καθολικό της Φετχιέ τζαμί. Οι χριστιανοί μετέφεραν τότε όλα τα φυλασσόμενα λειψανα και την εικόνα της Παμμακαρίστου αλλά και την λάρνακα του κυρ Αλεξίου του Κομνηνού, και τα εναπόθεσαν ύστερα από περιπλανήσεις στο Διπλοφάναρο, εκεί στο κάστρον του Πετρίου, και έγινε προς στιγμή σκέψις  και πάρθηκε απόφασις πατριαρχική και συνοδική «το εν τω νέω πατριαρχείω ναόν του Αγίου Γεωργίου εις τιμή της Αειπαρθένου Μαρίας να τιμάται, εις μνήμην δηλαδή του εν τω προτέρω Πατριαρχείω ναού της Παμμακαρίστου…»
.
Χάθηκαν τότε, στους μετά την Άλωσιν αιώνες, και άλλες εκκλησίες που είχαν παραμείνει στα χέρια των Ρωμιών, χάθηκε η παλιά εκείνη Θεοτόκος της Βλάγγας, έσβησε μαζί με την ενορία της η περατική Παναγία η Καστελιώτισσα, αγνοείται ως και η θέση της «μικράς» Παναγίας της Παλαιολογίνας, εκεί στα πέριξ του πατριαρχικού ναού, που τη λειτουργούσαν ακόμα στα 1669 και στην οποία φυλασσόταν η εικόνα της Παναγίας της Μαγκουριωτίσσης «ην επόθει να μετακομίση εις Κωνσταντινουπόλιν  Άννα η Ασπιέτισσα», στα τελευταία δύσκολα χρόνια των Παλαιολόγων.
 .
.
Εναπομείναντες ναοί
             Από όσους  θεομητορικούς ναούς και προσκυνήματα παρέμειναν στα χέρια της Ρωμιοσύνης ως σήμερα, δώδεκα σώζονται εντός των ορίων της παλαιάς περιτειχισμένης Πόλης και ασφαλώς έχουν βυζαντινή την καταγωγή. Τα κτίσματά τους, πλην ενός, είναι μεταγενέστερα, αρχιτεκτονήματα, κλασικά των πρόσφατων αιώνων. Αιτία των απωλειών οι σεισμοί και οι συνεχείς καταστροφικές πυρκαγιές που κατέκαιγαν κατά καιρούς  από ακρη σ΄άκρη την επτάλοφη πολιτεία. Και «ευμενεία μεν των αρχόντων» δινόταν συνήθως άδεια ανοικοδομήσεως, καθώς όμως υπήρχε όρος ρητός να ολοκληρωθεί το έργο σε μέρες τεσσαράκοντα, «έτι δε τους επιτρόπους και τεχνίτας επι τω πλείστω αφιλοκαλίαν διέκρινεν ανεπίληπτος» ήταν επόμενο να αφανίζεται το παλιό των εκκλησιών κάλλος  και «οι άλλοτε τρούλοι και διάκοσμοι μουσειακοί» να παραμένουν μόνο ζωντανοί στη μνήμη των παλιών τους ενοριτών.
Όλοι σχεδόν σήμερα οι ναοί είναι βασιλικές ξυλόστεγες, δείγματα χαρακτηριστικά μιας αρχιτεκτονικής των χρόνων της τουρκοκρατίας, και ασφαλώς νοσταλγική εξαίρεση αποτελεί η Θεοτόκος των Μουγουλίων ή των Μογγολίων, η γνωστή ως Παναγία η Μουχλιώτισσα, που συνεχίζει να ορθώνει πάνω από το Διπλοφάναρο τον βυζαντινό της τρούλο. Ονομαστή ως Παναγιώτισσα από τους χρόνους του Νικηφόρου Φωκά, ανακαινίστηκε και προικίστηκε πλουσιοπάροχα λήγοντος του 13ου αιώνος  από τη Μαρία Παλαιολογίνα, νόθο κόρη του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Η΄,την οποία αποκαλούσαν οι Γραικορωμαίοι «Δέσποινα των Μογγολίων» από τον άτυχο εκείνο και για πολιτικούς λογούς γάμο της με τον χάνη των Μογγόλων Απαγάν.
.
Λίγο χαμηλότερα, πάνω από το αγιοταφικό μετόχι και εντός της πάλαι ποτέ «κούρτης» των ηγεμόνων  της Βλαχίας βρίσκεται το ερείπιο της Θεοτόκου της Παραμυθίας, μιας εκκλησίας ευρύτερα γνωστής ως Βλαχ Σεράγι που κάηκε μόλις το 1972. Μια άλλη θεομητορική εκκλησία κατά μήκος των τειχών του Κεράτιου κόλπου  και πλησίον της παλατιανής καστρόπορτας των Κυνήγων, η Παναγία του Μπαλίνου, διασώζει ίσως ακόμη τη μνήμη του άρχοντα  μαγίστρου Παυλίνου, ενώ στην άκρα εκεί του Πενταπυργίου και της Ξυλοπόρτης, ψηλότερα από το ιστορικό λούσμα των Βλαχερνών, στον απόμακρο συνοικισμό των Καλλιγαρίων βρίσκεται η Παναγία της Σούδας, κτισμένη πάνω από αγίασμα τιμώμενο επ΄ ονόματι  της Τιμίας Ζώνης Θεοτόκου.
Ακόμα ψηλότερα στα πέριξ της πύλης του Εδιρνέκαπου διασώζονται δύο άλλες θεομητορικές εκκλησίες, η Παναγία η Χαντζερλήδισσα και η κυρά των Ουρανών, που πιθανόν κατέχει τη θέση ή διαφυλάσσει τη μνήμη της Θεοτόκου του Καιουμά. Μια τρίτη, εξαφανισμένη σήμερα, η Θεοτόκος της Κελλαρίας ή Σακελλαρίας, στην περιοχή της Πέτρας, ταυτίζεται με το αναστηλωμένο πρόσφατα Odalar camii, στα ερείπια του οποίου και σε υπόγειο εκεί αγίασμα προσέτρεχαν οι χριστιανοί μέχρι και τις αρχές του αιώνα. Μια επίσης εξαφανισμένη εκκλησία στα πέριξ  εδώ, η Παναγία του Αραμπατζή συνέχισε να λειτουργεί και να έχει τη δική της φτωχική ενορία, τουλάχιστον μέχρι το 1764.
 .
  Η πυρπολημένη κατά τα Σεπτεμβριανά Παναγία η Βελιγραδινή
 .
             Δυτικότερα και πολύ κοντά της έξω των τειχών θεμελιωμένης από τον Λέοντα τον Θράκα Σταυροπηγιακής Μονής της Ζωοδόχου Πηγής, της γνωστής ως Παναγίας του Βαλουκλή, εκτεινόταν κατά μήκος του Θεοδοσιανού τείχους η ενορία της άτυχης εκείνης εκκλησίας της Παναγίας της Βελιγραδινής, που είχε παραχωρηθεί μετά την άλωση στους Σέρβους σουργούνηδες τους οποίους είχε μετοικήσει στην άκρα εδώ της Επτάλοφης ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής. Γειτόνευε με την ενορία μιας ακόμα πυρπολημένης κατά τα Σεπτεμβρινά εκκλησίας, της Παναγίας της Γοργοεπηκόου των Έξι Μαρμάρων που ταυτίζεται ως προς την θέση με τον αρχαίο εν Εξικιονίω ναό της Θεοτόκου του Κύρου. Μια άλλη εκκλησία στον έβδομο εδώ λόφο της Βασιλεύουσας, η Παναγία η Χρυσαληθινή, μετά τη θεομηνία εκείνη του 1782, όταν «εκ της Πόλεως τα τέσσερα τα μερτικά, τα τρία εκαήκαν» επανακτίζεται και παραμένει έκτοτε γνωστή ως Αγία Ανάληψις.
Πορευόμενοι τώρα κατά μήκος των παραλίων τειχών της Προποντίδας  θα συναντήσουμε στο Κοντοσκάλι τον περίκομψο  ναό της Παναγίας Ελπίδας, που διασώζει τη μνήμη της ιστορικής εκείνης μονής της Βεβαίας Ελπίδος, κατά το Επτάσκαλον, την οποίαν ανέγειρε η κόρη Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου Θεοδώρα, που μόνασε και ετάφη σε αυτήν ως μοναχή Θεοδούλη. Συνόρευε η ενορία Κοντοσκαλίου με τα Πεκιάρικα της πρώτης τη τάξει ενορίας της Αγιάς, στην επικράτεια της οποίας και στα πάλαι ποτε Σφωρακίου, βρίσκεται το Ιερό εν Βέφα αγίασμα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προσκήνυμα πλουτοφόρο και ιστορικό που, όπως πιστεύεται προσδιορίζει τη θέση ευκτηρίου Οίκου της Θεοτόκου  που ανήγειρε ο πολύς Σφωράκιος, ο οποίος άκμασε κατά τις βασιλείες των Αρκαδίου, Θεοδοσίου του Β΄ και Μαρκιανού.
 .
             Απέναντι τώρα στην Περατία του Γαλάτου, εννέα υπήρξαν οι «Περατικές» εκκλησίες που παρέμειναν μετά την άλωση στα χέρια των Γραικών, ανάμεσα τους η Παναγία η Καστελιώτισσα, η Παναγία η Χρυσοπηγή και η Παναγία η Ελεούσα, εκκλησίες που αφάνισαν οι φοβεροί εκείνοι «εμπειρισμοί» που κατέκαψαν τις ενορίες των Γαλατιανών. Μια τέταρτη εδώ θεομητορική εκκλησία η Παναγία η Καφατιανή κτίστηκε αμέσως μετά την άλωση με διαταγή του Μωάμεθ του Πορθητή, όταν το 1462 μετοίκησε κατοίκους του Καφφά για να επανδρώσει του έρημους συνοικισμούς της περιοχής. Όριζε η Παναγία η Καφατιανή και όλα τα υψώματα της Περαίας, μέχρι το 1908, οπότε ανεγείρεται κατά το σταυροδρόμι η Εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου.
 .