Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Προεόρτια Εἰσοδίων Ὑπεραγίας Θεοτόκου (20 Νοεμβρίου)

ProeortiaEisodionΠαραμονή της μεγάλης εορτής.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χαρὰν προμνηστεύεται, πᾶσιν ἡ Ἄννα νυνί, τῆς λύπης ἀντίθετον, καρπὸν βλαστήσασα, τὴν μόνην Ἀειπάρθενον· ἥνπερ δὴ καὶ προσάγει, τὰς εὐχὰς ἐκπληροῦσα, σήμερον γηθομένη, ἐν Ναῷ τοῦ Κυρίου, ὡς ὄντως ναὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον, καὶ Μητέρα Ἁγνήν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύνης σήμερον ἡ οἰκουμένη, ἐπληρώθη ἅπασα, ἐν τῇ εὐσήμῳ ἑορτῇ, τῆς Θεοτόκου κραυγάζουσα· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

Μεγαλυνάριον.
Ἔργων ἐναρέτων τὰς ἀστραπάς, ἀνάψωμεν πάντες, ὡς λαμπάδας παρθενικάς, καὶ τῇ Θεοτόκῳ, ἐν τῷ ναῷ Κυρίου, λαμπρῶς προσερχομένῃ, προϋπαντήσωμεν

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Η ωραιότερη, σεμνότερη, ταπεινότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου.

Μακαριστού Μοναχoύ Μωυσή Aγιορείτη

Η Παναγία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον μεγαλύτερο δογματικό πατέρα της Εκκλησίας μας, “κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος”.

Δηλαδή εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί μετά την Αγία Τριάδα τιμάμε την Παναγία. Μεγάλη όντως τιμή.  Στο πρόσωπο της Παναγίας τιμάται το γυναικείο φύλο. Ο πιστός ελληνικός λαός τιμά ιδιαίτερα κι ευλαβείται πολύ την Παναγία.

Αυτό φαίνεται και στο ότι από τις 30.000 εκκλησίες, παρεκκλήσια κι εξωκλήσια όλης της Ελλάδος οι 6.000 είναι αφιερωμένες σε εορτές της Παναγίας και οι περισσότερες στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μάλιστα από τα 1.000 μοναστήρια της Ελλάδος τα 300 τιμώνται σ’ εορτές της Παναγίας· Γέννηση, Ευαγγελισμός, Ζωοδόχος Πηγή, Τιμία Ζώνη, Κοίμηση. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνουμε από τα επίσημα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος του 2008.

Στο Άγιον Όρος, τα ωραία προσωνυμούμενο “Περιβόλι της Παναγίας”, από τον πολύπλαγκτο Σκοπελίτη Ξηροποταμηνό μοναχό Καισάριο Δαπόντε, ονομασία που επεκράτησε, η τιμή της Παναγίας πλησιάζει τα όρια της λατρείας. Από τις 20 μονές οι 5 τιμώνται στην Παναγία. Από τις 12 σκήτες οι 3 είναι αφιερωμένες στην Παναγία. Από τα 300 κελιά περίπου τα 50 πανηγυρίζουν σ’ εορτές της Παναγίας.

Κέντρο του θεομητορικού εορτασμού τον Αύγουστο στον ιερό Άθωνα είναι ο πάνσεπτος ναός του Πρωτάτου στις Καρυές. Αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η πολυπρόσωπη και κατανυκτική μεγάλη εικόνα του τέμπλου παρουσιάζει κατά τη βυζαντινή παράδοση τη σύνταξη των αποστόλων και πρώτων επισκόπων γύρω από τη νεκρική κλίνη της Θεοτόκου. Ο Χριστός ψηλά μετά αγγέλων να παραλαμβάνει την ψυχή της. Η ίδια εικόνα σε μικρό μέγεθος στο προσκυνητάρι. Μεγάλη και ωραιότατη ίδια παράσταση σε τοιχογραφία από τον χρωστήρα του Θεσσαλονικέως Πανσέληνου και της συνοδείας του στα τέλη του 13ου αιώνος.

Η θαυματουργή εικόνα του Άξιον Εστί δεσπόζει και λάμπει στο προσκυνητάρι της, με την κεντητή ποδιά, τα’ ασημένια καντήλια, τα άνθη, τα θυμιάματα, τα’ αφιερώματα, τις λαμπάδες, τις μετάνοιες, τους μύριους ασπασμούς. 15 Αυγούστου 2008 και όλο το Άγιον Όρος αγρυπνεί εκ βαθέων ψάλλοντας: “Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων· παρακαλώ σε Παρθένε βοήθησόν μοι εν τάχει”.

Η θεοτοκοφιλία μοναχών και λαϊκών είναι δικαιολογημένη, δίκαιη, πηγαία, αυθόρμητη και ειλικρινής. Η Παναγία είναι το καλύτερο που είχε να δώσει όλη η ανθρωπότητα στη θεότητα. Είναι η ωραιότερη, σεμνότερη, ταπεινότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Θυμήσου μας Κυρά..

PANA1Αυγουστιάτικο
βραδυνό
στο Χονγκ Κονγκ.
Ο ήλιος
οδεύει
προς
την δύση του.

Αυγουστιάτικο βραδυνό στο Χονγκ Κονγκ. Ο ήλιος οδεύει προς την δύση του. Οι δρόμοι της πόλης, παρά την αφόρητη ζέστη και την υγρασία, είναι γεμάτοι από κόσμο. Στελέχη εταιρειών που πάνε να απολαύσουν ένα ποτό μετά την εργασία. Καλοβαλμένες κυρίες που θέλουν να συνεχίσουν τα ψώνια τους. Αλαφιασμένες Φιλιππινέζες που σέρνουν βαριεστημένα παιδάκια, τα οποία μόλις τελείωσαν κάποιο από τα καλοκαιρινά μαθήματά τους.
Στον Άγιο Λουκά, στον έβδομο όροφο ενός ουρανοξύστη στο Central, μιά φούχτα άνθρωποι, διαφόρων εθνικοτήτων, ψάλλουμε την παράκληση στην Μητέρα του Θεού, την πνευματική Μητέρα όλων μας.
Χωρίς «λαμπρότητες». Χωρίς «βυζαντινές μεγαλοπρέπειες». Χωρίς καλλίφωνους ψάλτες. 
Με συντροφιά το ιλαρό φως ενός κεριού, ικετεύουμε. Ικετεύουμε για τους κληρικούς που εργάζονται ιεραποστολικά στην Άπω Ανατολή και στερούνται ακόμα και τα αναγκαία. Ικετεύουμε για τις Ορθόδοξες Κοινότητες και τα μύρια προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Ικετεύουμε για τους νεόφυτους, τους κατηχουμένους αλλά και για τους αδιάφορους. Ικετεύουμε για όλους όσοι μας εχθρεύονται και για εκείνους που μας εγκατέλειψαν για να ακολουθήσουν όσους έχουν «την δύναμη και τα χρήματα». Ικετεύουμε για τους λαούς που βρίσκονται ακόμη «εν σκότει και σκιά θανάτου». Ικετεύουμε για τους αδελφούς μας που βρίσκονται σε ανάγκη, που υποφέρουν από ασθένειες, που αδικούνται.
Η ακολουθία πλησιάζει προς το τέλος. Μπροστά στην εικόνα Της, την ευλαβικά στολισμένη με λίγα ευωδιαστά τριαντάφυλλα, ψάλλουμε:
«Ὁ γλυκασμὸς τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων.
Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει.»
Θυμήσου μας Κυρά εκεί στο Θρόνο του Υιού σου!
PANA2 
 πηγή http://www.synodoiporia.gr

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Η ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ - ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ


      Η ευχή των γονέων είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά για τα παιδιά.
    Γι’ αυτό φροντίζουν να έχουν την ευχή των γονέων. Δεν είδατε ο Ιακώβ, μέχρι πού έφθασε, για να πάρει την ευλογία του πατέρα του; Και προβιά φόρεσε!
     Ειδικά η ευχή της μάνας είναι μεγάλο πράγμα! Κάποιος έλεγε: «Κάθε λόγος της μητέρας μου είναι και μια λίρα χρυσή».
   Να, και πριν από καιρό πόση εντύπωση μου έκανε κάποιος από το Γιοχάνεσμπουργκ! Ήρθε στο Καλύβι το φθινόπωρο. «Γέροντα, η μάνα μου αδιαθέτησε, μου λέει, και ήρθα να τη δω». Τρεις μήνες δεν πέρασαν, τα Χριστούγεννα ξαναήρθε. «Πώς πάλι εδώ;», τον ρωτάω. «Έμαθα, μου λέει, πως πάλι αδιαθέτησε η μάνα μου και ήρθα να φιλήσω το χέρι της, γιατί είναι ηλικιωμένη και μπορεί να πεθάνει. Για μένα η μεγαλύτερη περιουσία είναι η ευχή της μάνας μου». Εξήντα χρονών άνθρωπος
ξεκίνησε από το Γιοχάνεσμπουργκ και ήρθε στην Ελλάδα, για να φιλήσει το χέρι της μάνας του! Και τώρα τέτοια ευλογία έχει, που σκέφτεται να κάνει ένα γηροκομείο μεγάλο για τους κληρικούς και να το χαρίσει στην εκκλησία. Δηλαδή τις ευλογίες δεν έχει πού να τις βάλει κατά κάποιον τρόπο.


    Για μένα είναι φάρμακο μια τέτοια ψυχή. Είναι σαν να είμαι στην έρημο Σαχάρα και να βρίσκω ξαφνικά λίγο νερό. Αυτά χάνονται σιγά-σιγά.
Ένας άλλος ήρθε μια μέρα με κλάματα στο Καλύβι. «Πάτερ, με καταράστηκε η μάνα μου. Στο σπίτι έχουμε όλο αρρώστιες, στεναχώριες, η δουλειά μου δεν πάει καλά», μου είπε. «Κι εσύ δεν θα ήσουν εντάξει», του λέω. Δεν μπορεί η μάνα σου άδικα να σε καταράστηκε». «Ναι, μου λέει. Ήμουν κι εγώ». «Να πας να ζητήσεις συγχώρηση από την μάνα σου», του λέω. «Θα πάω, Πάτερ, μου λέει. Δώσε μου την ευχή σου». «Την ευχή μου την έχεις, του είπα, αλλά να πάρεις και την ευχή της μάνας σου». «Δύσκολο να μου δώσει την ευχή της», μου λέει. «Να πας, κι αν δεν σου την δώσει, να της πεις: "Μου είπε ένας Γέροντας πως κι εσύ θα παραδώσεις ψυχή". Πήγε, και η μάνα του τού ευχήθηκε: "Παιδί μου, να έχεις την ευλογία του Αβραάμ!".
   Ήρθε μετά από λίγο καιρό στο Όρος με βυσσινάδες, με λουκούμια. Ήταν γεμάτος χαρά. Τα παιδιά του ήταν καλά, η δουλειά του πήγαινε καλά. Συνέχεια βούρκωνε και μου έλεγε: «Δόξα τω Θεώ». Άλλαξε η ζωή του και μιλούσε όλο πνευματικά. Πόσο μάλλον όταν κανείς έχει εξ αρχής σεβασμό προς τους γονείς! Πώς να μην έχει την ευλογία του Θεού;

π. Παΐσιος http://pagoinia.blogspot.gr

Ο Άγιος γέροντας Παΐσιος ήθελε να «συγγενεύουμε» με την Παναγία. Και συγγενεύουμε με την Παναγία – έλεγε –, με την ταπείνωση, γιατί η Παναγία ήταν ταπεινή.





Ο Άγιος γέροντας Παΐσιος ήθελε να «συγγενεύουμε» με την Παναγία. Και συγγενεύουμε με την Παναγία – έλεγε –, με την ταπείνωση, γιατί η Παναγία ήταν ταπεινή.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Η Παναγία Σουμελά (για γονείς και παιδιά)-βίντεο

panagia-soumela(για να μαθαίνουμε στα παιδιά μας την ιστορία της φυλής μας και να τους μεταδίδουμε την αγάπη για τις αλησμόνητες πατρίδες…)
Στο πανέμορφο βουνό της Μακεδονίας Βέρμιο, στη καταπράσινη πλαγιά της Καστανιάς στη Βέροια, ανακαλύπτεις με συγκίνηση, ύστερα από σύντομη τραχιά ανάβαση, το ιερό προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά. Είναι το προσκύνημα που έστησε και ύψωσε εδώ η πονεμένη ψυχή των Ελλήνων του Πόντου, για να τους θυμίζει το πάνσεπτο προσκύνημά τους στην πάτρια γη, κοντά στην Τραπεζούντα του Πόντου. Πώς μπορούσαν να ζουν πρόσφυγες – ακόμα και στη Μάνα Ελλάδα – χωρίς την παρηγοριά τους, χωρίς την χαρά τους, τη δόξα τους και στο στήριγμά τους, την Παναγιά «τους»;
Νωρίς – νωρίς χτίσθηκε το Μοναστήρι, εκείνο το πρώτο, στη γη του Πόντου (4ος αι. μ.Χ. [άλλη εκδοχή το τοποθετεί στον 9ο αι.]). Χτίσθηκε σε απότομο βουνό – το Μελά – στο Σπήλαιο μιας κατάφυτης απόκρημνης βουνοκορφής, κοντά στον ποταμό Πυξίτη. Εκεί ζήτησε η Παναγία από τους Αθηναίους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο να βρουν την εικόνα της – έργο του Ευαγγελιστή Λουκά – φερμένη στα απρόσιτα εκείνα βουνά, με άγνωστο γι’ αυτούς θαυμαστό τρόπο, από τη Βοιωτία κι εκεί να υψώσουν Ναό. Κι αυτοί βάδισαν μέρες και μέρες με δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, σε άγνωστους γι’ αυτούς μακρινούς τόπους, έχοντας για οδηγό τη θέληση της Μητέρας του Θεού. Ώσπου έφτασαν εκεί που Εκείνη θέλησε. Στου Μελά. Με ρίγη συγκινήσεως είδαν στο βάθος μιας σπηλιάς την αστραπόμορφη παρουσία της γνωστής τους Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Τελείωσε πια η αναζήτηση. Εκεί ήθελε η Παναγία να μείνει. Τούτους τους τόπους να προστατεύσει και να μεγαλύνει. Η θαυμαστή ανάβλυση του αγιάσματος στον τόπο που ήταν η ιερή Εικόνα της, με τις ιαματικές μέχρι τώρα ιδιότητές του, ήταν βέβαιο σημάδι της παρουσίας της.
.images (55)
Κι άρχισε το μεγάλο έργο. Μικρή εκκλησία στην αρχή, να τοποθετηθεί η εικόνα, να προσκυνείται. Κι ύστερα πήρε να υψώνεται το Σπίτι της Παναγίας. Ήταν τότε τα χρόνια της ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κι έργα σαν και αυτό είχαν πολλούς χορηγούς κι επισήμους. Έτσι το Μοναστήρι μεγάλωσε κι η πνευματική ακτινοβολία του απλώθηκε. Και σιγά – σιγά έγινε το κέντρο του Χριστιανικού Πόντου. Όχι μόνο της Τραπεζούντας, αλλά και όλων των γύρω ελληνικών πόλεων. Πόλος έλξης η γλυκιά Παναγιά, που ένωνε με την κοινή πίστη όλους τους Έλληνες του Πόντου. Λαξεμένο το καθολικό της Μονής όλο μέσα στο βράχο (με το ιερό μόνο έξω) και υψωμένο πάνω στο βράχο το τετραώροφο επιβλητικό, μεγαλόπρεπο Μοναστήρι. Το Μοναστήρι της Παναγίας στο όρος Μελά, της Παναγίας Σουμελά [εις του Μελά – Στου Μελά – Σου Μελά (ποντιακά)], έγινε σύντομα σύμβολο του Χριστιανισμού και Ελληνισμού του Πόντου.
.
Γνώρισε δόξες, γνώρισε μεγαλόπρεπες βυζαντινές τελετές, ανακούφισε και ενίσχυσε ψυχές, σπουδαίο κέντρο παιδείας έγινε, ώσπου ήρθε η θύελλα. Μια θύελλα πρωτόγνωρη. Είχε κι άλλοτε αντιμετωπίσει καταστροφές. Μα αυτή… Είναι βλέπεις κάποιοι κατακτητές που δεν σέβονται ούτε ιερό ούτε άγιο κανένα. Βρισκόμαστε στην περίοδο 1908-1922. Με τις πιο αποτρόπαιες μορφές βίας ξερίζωσαν οι Τούρκοι τον Ελληνισμό του Πόντου. Διωγμοί, σφαγές, φρίκη… Τον Αύγουστο του 1923 διώχθηκαν κι οι μοναχοί του Μοναστηριού. Ύστερα αυτό παραδόθηκε στην ανελέητη καταστροφή…
.
Κι ήρθαν πρόσφυγες οι Έλληνες του Πόντου, κατατρεγμένοι και εξαθλιωμένοι, στην Ελλάδα την πληγωμένη. Μα η καρδιά τους ήταν εκεί. Είχαν αφήσει πίσω την Παναγία τους. Πώς θα ζούσαν χωρίς Αυτήν;
.
Αλλά κι Εκείνη τους συμπαραστεκόταν, ζούσε τον πόνο τους, ένοιωθε τη λαχτάρα τους. Γιατί, πώς έγινε και δέχθηκαν οι τουρκικές αρχές το 1931 με ειδική άδεια να επανέλθει στο κατακαμένο Μοναστήρι ο πρόσφυγας ιερομόναχος της Μονής Σουμελά Αμβρόσιος… Έφθασε. Και με δακρυσμένα μάτια και την καρδιά να χτυπά γοργά κατευθύνθηκε στο μέρος που μόνο εκείνος γνώριζε. Στην κρύπτη, κάτω από το έδαφος, στο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας, ένα χιλιόμετρο πιο πέρα από το Μοναστήρι. Είχαν φυλάξει με πόνο ψυχής εκεί, μόλις άρχισαν οι διωγμοί και οι σφαγές των Ελλήνων του Πόντου, τα άγια κειμήλια της Μονής, ανάμεσά τους και την σεπτή εικόνα της Παναγίας. Με ανείπωτη συγκίνηση για το θησαυρό που κρατούσε γύρισε στην Ελλάδα. Η ιερή εικόνα ασφαλίστηκε τότε στο Βυζαντινό Μουσείο. Και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1951.
.
Οι Έλληνες του Πόντου, οι πρόσφυγες, ανακουφίστηκαν. Μα δεν ησύχασαν. Έπρεπε να φτιάξουν το νέο Σπίτι της Παναγίας, αντάξιο στη μεγαλοσύνη της, την αγάπη και την προστασία της. Έτρεξαν, έψαξαν, αναζήτησαν τόπο που να τους θυμίζει, έστω λίγο, τους ευλογημένους τόπους του Πόντου, τους απόκρημνους, τους επιβλητικούς, αυτούς που είχε διαλέξει για να δοξάσει η ίδια η Παναγία. Τέλος το κατόρθωσαν. Σε μια πλαγιά του Βερμίου, εκεί ταίριαζε να στήσουν το νέο προσκύνημα. Εμπνευστής και πρωτεργάτης σε όλη αυτή την ιερή προσπάθεια ο εκ Πόντου γιατρός Φίλων Κτενίδης. Έχοντας ο ίδιος προσωπική εμπειρία της προστασίας της Παναγίας Σουμελά και διαπνεόμενος από της φυλής τα άγια ιδανικά, με ακατάβλητη τη δύναμη της ψυχής ξεκίνησε το μεγάλο έργο. Κοντά του γρήγορα βρέθηκαν και άλλοι που τους ένωνε οι κοινός πόνος και πόθος.
.
Στις 12 Αυγούστου 1951 με λαμπρές γιορτές – «τιμές Βασιλίσσης» – μεταφέρθηκε η εικόνα της Παναγίας για την τελετή της θεμελιώσεως του Ναού του μελλοντικού προσκυνήματος της Παναγίας Σουμελά, στην Καστανιά Βέροιας. Το έστησε και τούτο το προσκύνημα η πατροπαράδοτη βαθιά ευλάβεια του Ελληνισμού του Πόντου. Πλήθη κόσμου συγκεντρώνονται από τότε στην ιερή μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, 15 Αυγούστου. Έλληνες από όλα τα μέρη, κυρίως όμως Έλληνες του Πόντου εντός και εκτός Ελλάδας. Συγκεντρώνονται να θυμηθούν τα παλιά. Να γνωρίσουν οι νεότερες γενιές την ιστορία τους. Να αισθανθούν τη βαθύτερη σχέση των Πατέρων τους με την Πίστη, με την Εκκλησία, που με τους άξιους εκπροσώπους της συμπαραστεκόταν σ’ όλους τους πόνους και τις δοκιμασίες τους.
.soymela-thumb-large
Πήγαινε και συ να προσκυνήσεις στην Παναγία Σουμελά. Έναν άλλο αέρα θα αναπνεύσεις. Κάτι ιδιαίτερο θα αισθανθείς. Ο πόνος του Πόντου που θα σε εγγίσει είναι πόνος για όλο τον Ελληνισμό. Και η Παναγία Σουμελά είναι για όλο τον Ελληνισμό Μάνα και Προστάτης.
.
Προς την Νίκην, 711 εδώ



Προσευχή για βοήθεια στην Παναγία μας


panagia_tsampika_600x377Συ βοηθός αμαρτωλών, παράκλησις πασχόντων, Συ ορφανών αντίληψις, ενίσχυσις καμνόντων. Χειμαζομένων ει λιμήν, πτωχών παρηγορία, αβοηθήτων δύναμις, χηρών παραμυθία. Συ ευσεβών το στήριγμα, ελπίς απηλπισμένων, των εναθλούντων έρεισμα, χαρά των τεθλιμμένων.
Συ σκέπη και αντίληψις των Σοι καταφευγόντων, Συ ει στερέωμα πιστών, ρύστις κινδυνευόντων. Σην κραταιάν αντίληψιν παράσχου μοι, Κυρία, επί την Σην ενίσχυσιν θαρρώ, ω Παναγία.
Συ σκέπε, φρούρει, φύλαττε, από παντώς κινδύνου, Συ των παγίδων ρύσαι με του δυσμενούς εκείνου. Συ μοι γενού βοήθεια, σθένος και προστασία, Συ μοι, Παρθένε, άχραντε, γενού μοι σωτηρία.
Σε δυσωπώ μεσίτευσον προς λύσιν οφλημάτων τω Σω Υιώ και άφεσιν πολλών πλημμελημάτων, Κόρη σεμνή, Βασίλισσα, κόσμου η σωτηρία. Συ έσο μοι παράκλησις, χαρά, παραμυθία, ίνα απαύστως εν χαρά υμνώ το όνομά Σου, και ψαλλων μεγαλύνω Σε και τα θαυμάσιά Σου.
Πηγές: Χριστιανός Ορθόδοξος–  agiosdimitrioskouvaras.blogspot.gr

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

ΠΑΝΑΓΙΑ ΛΑΓΚΟΥΒΑΡΔΑ (Η ΦΙΔΟΥΣΑ ΣΤΟ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ)

 Στο χωριό Μαρκόπουλο της Κεφαλονιάς, σε μια πλαγιά γεμάτη από δένδρα, βρίσκεται ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στην Εκκλησιά αυτή εμφανίζονται κάθε χρόνο από 6 Αυγούστου μέχρι 15 του ίδιου μήνα τα φίδια της Παναγίας, πού κρέμονται από τις εικόνες με τις καντήλες, τα στασίδια χωρίς να πειράζουν κανένα...
 Η εικόνα της Παναγίας, σύμφωνα με την παράδοση, βρέθηκε μέσα σ' ένα σκίνο (δένδρο), πού άγνωστο πώς, πήρε φωτιά χωρίς να καταστραφεί η εικόνα. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Κεφαλληνίας...
 Πήρε το όνομα Φιδιώτισσα από ένα θαύμα της, το οποίο θυμίζει κάθε χρόνο στους προσκυνητές της με ένα άλλο θαύμα της. Ψηλά στην πλαγιά του χωριού Μαρκόπουλο (στη νότια Κεφαλονιά), πριν χρόνια οι χωρικοί είδαν ένα δέντρο (σχίνο) να καίγεται και οι φλόγες να ανεβαίνουν πολλά μέτρα ψηλά. Το δάσος πήρε φωτιά σκέφτηκαν. Ανησύχησαν και έτρεξαν να σβήσουν τη φωτιά για να μην καεί το δάσος και το χωριό. Όταν έφθασαν οι χωρικοί είδαν το δέντρο εντελώς καμένο και στην καμένη ρίζα του ήταν ακουμπισμένη μια πολύ όμορφη εικόνα της Παναγίας, που η φωτιά δεν την άγγιξε.


 Οι χωρικοί συγκινημένοι πήραν την εικόνα στα χέρια τους, την προσκύνησαν και χαρούμενοι την κατέβασαν στο χωριό και την τοποθέτησαν στην εκκλησία του χωριού τους, που ήταν στην πλατεία. Το επόμενο πρωί πήγαν και οι άλλοι χωρικοί στην εκκλησία για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας. Όμως η εικόνα έλειπε και δεν βρισκόταν πουθενά. Κάποιος πήγε στο βουνό και βρήκε την εικόνα στο καμένο δέντρο, την κατέβασε στο χωριό και ρωτούσε ποιος την πήγε εκεί. Έτσι οι κάτοικοι αποφάσισαν να κλειδώσουν την εκκλησία. Όμως τρεις φορές η εικόνα έλειπε και την ξανάβρισκαν στο καμένο δέντρο. Τότε οι χωρικοί πίστεψαν πως η επιθυμία της Παναγίας είναι να βρίσκεται εκεί και γι' αυτό έχτισαν μία εκκλησία και έβαλαν μέσα σε ένα ωραίο εικονοστάσι την Παναγία. Μετά από λίγο καρό χτίστηκε μοναστήρι γυναικών. 
 


 Οι μοναχές προσεύχονταν καθημερινά στην Παναγία. Ένα πρωί είδαν να πλησιάζουν πειρατικά καράβια και να ανηφορίζουν πειρατές στο μοναστήρι με σκοπό να το λεηλατήσουν. Τότε οι μοναχές φοβήθηκαν και ζήτησαν την προστασία της Παναγίας. Κι αυτή έκανε το θαύμα της. Φίδια κύκλωσαν το μοναστήρι κι όταν πήγαν οι πειρατές φοβήθηκαν κι έφυγαν. Οι μοναχές σώθηκαν και ευχαρίστησαν την Παναγία. Από τότε κάθε χρόνο εμφανίζονται φίδια.Φεύγοντας η 15η Αυγούστου, αναχωρούν και τα φίδια. Γερμανοί φυσιοδίφες τα εξέτασαν, αλλά δεν μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα από τα γνωστά είδη.
 Είναι γκρίζα, λεπτά, και δεν περνούν το μέτρο.

Όταν τα χαϊδεύεις, νιώθεις το δέρμα τους βελούδινο και βλέπεις δυο ματάκια σπινθηροβόλα. Στο πλατύ τους κεφάλι σχηματίζεται ένας μικρός σταυρός, καθώς επίσης και στην άκρη της λεπτής γλώσσας τους.

Αν κάποια χρονιά τα φίδια δεν παρουσιασθούν, είναι κακό σημάδι. Αυτό συνέβη το 1940, καθώς και το 1953, οπότε δοκιμάσθηκε το νησί από τους σεισμούς.





Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Ο δεκαπενταύγουστος στην Ελλάδα είναι μια περίοδος που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά στον ουρανό


Εικ. από το αφιέρωμα Η Παναγία των Ελλήνων

π. Θωμάς Ανδρέου
Προσκυνητής
Ιερατικοί στοχασμοί
 
Τις ημέρες αυτές του δεκαπενταυγούστου, οι Εκκλησιές μας, γεμίζουν από ανθρώπους κάθε ηλικίας που προσέρχονται ευλαβικά ώστε να ψάλλουν τους ωραίους ποιητικούς παρακλητικούς κανόνες, να θέσουν σαν ευωδιαστό λουλούδι το δάκρυ και την προσευχή τους, στην Εικόνα της Μεγάλης Κυράς. Ο δεκαπενταύγουστος στην Ελλάδα, είναι μια περίοδος που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά στον ουρανό, μιας και ένα κομμάτι του ουρανού, το κατέκτησε το ανθρώπινο γένος, στο πρόσωπο της Παναγιάς!
 

Βλέπεις πρόσωπα κάθε ηλικίας να ψελλίζουν λόγια, που για αιώνες ακούγονται στις Εκκλησιές αυτές τις ημέρες! Αριστουργήματα πραγματικά, γεμάτα από ανθρώπινα συναισθήματα, ευχαριστιακής δοξολογίας σε Εκείνην, που με συμπάθεια προς το ανθρώπινο γένος, κρατά όλον τον κόσμο στην μεγάλη Της αγκαλιά, μέσα στην οποίαν χώρεσε Ο Αχώρητος...

Πας στις Εκκλησιές και βλέπεις τον πονεμένο λαό μας που μέσα στις ζάλαις και τις συμφορές του βίου, αποζητά το απάνεμο λιμάνι του, στο Πρόσωπο Της! Σύγχρονοι Ροβινσώνες, ναυαγοί στο πέλαγος των θλίψεων, που αποζητάμε τον εύδιο λιμένα, κοντά Της, την σιγουριά μιας αόρατης αλλ' υπαρκτής προστασίας που μας διασώζει από τους κινδύνους.

Σε τούτες τις μέρες, της άκριτης ισοπέδωσης, αυτές οι απογευματινές στιγμές, έρχονται να φανούν ως δρόσος παρηγοριάς στον καύσωνα της ημέρας. Για κάποιους, ο Αύγουστος, είναι ο μήνας των διακοπών. Ανυποψίαστοι μπροστά σε όλα όσα μας τρομάζουν, συνεχίζουν να πιστεύουν στις δυνάμεις τους... Αντίθετα, για κάποιους άλλους, είναι ο μήνας της Παναγιάς! Ο μήνας, που από την αρχή του μέχρι και το τέλος του, ένα πρόσωπο κυριαρχεί: Εκείνης, που έγινε η αιτία, ώστε να μπορεί ξανά να ελπίζει ο άνθρωπος...

Στην παράδοση μας, η Παναγιά έχει ξέχωρη θέση. Και τούτο συμβαίνει διότι ο λαός μας, έχει ζυμωθεί με το όνομα Της, έχει οικειοποιηθεί το όνομα Της, Την έχει θέσει μέσα στην καρδιά του. Αλλά και Εκείνη του το ανταποδίδει καθημερινά! Πουθενά στον κόσμο, δεν υπάρχει ένας ολάκερος τόπος που να δοξολογείται ακατάπαυστα η Παναγία, όπως συμβαίνει στον Άθωνα.

Μπροστά Της, υποκλίθηκαν άρχοντες και βασιλείς της γης... Και έφθασαν στο σημείο, να απαρνηθούν τα πάντα για χάρη Της, και να πεθάνουν στον δικό Της τόπο, σαν απλοί μοναχοί. Κάπως έτσι, σκέπτομαι τον μεγάλο Αυτοκράτορα Θεόδωρο β΄τον Λάσκαρη να συνθέτει τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, ακουμπισμένος σε μικρό τραπέζι, σκεπτικός, να καταγράφει τα συναισθήματα της ψυχής του, τόσο γλαφυρά, ώστε μετά από τόσους αιώνες αυτά να συνεχίζουν να αντέχουν μέσα στον αδηφάγο χρόνο...  


Και:

Βιογραφία της Παναγίας
Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας ανά τους αιώνες

Παναγία των Ελλήνων (μεγάλο αφιέρωμα)
Ορθόδοξες Παναγίες απ' όλο τον κόσμο
 
Εικόνες της Παναγίας
Θεοτοκάριο (ειδικό blog για την Παναγία) 
 

Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς την Παναγιά μας;

Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς Αυτήν, την Μάνα, την Ελπίδα, την Παρηγοριά, την Παναγιά μας;
Ποιανού το όνομα θα κράζαμε σε κάθε ανάγκη και ευτυχία;
Ποιό χέρι άγιο θα σκούπιζε τα δάκρυα του πόνου;
Ποιά απαντοχή θα βρίσκαμε στου βίου την παραζάλη;
Και στον αγώνα τον καλό ποιός θα μας γλύκαινε σαν πρόβαλε η πρώτη δυσκολία;

Κι αυτά τα βράδυα του Αυγούστου θα ´ταν άδεια χωρίς τροπάρια δικά Της.
Μα σίγουρα, αν Αυτή η πανάρετη και ταπεινόφρων Κόρη δεν ήταν στη ζωή μας, σίγουρα,θα ´ταν ζωή χωρίς Ζώη, χωρίς Χριστό, χωρίς τον ποθητό Υιό Της.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Μάνα μας, στην πιό τρανή γιορτή Της!
αρχιμ.Αρσένιος Χαλδαιόπουλος

Οι τελευταίες ημέρες και στιγμές της Θεοτόκου

ο τάφος της Θεοτόκου στη Γεσθημανή
από το βιβλίο «Χαίρε Κεχαριτωμένη», του Αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη
H Παναγία μας είχε προαισθανθεί το τέλος της. Είχε τόσο ταπεινή ιδέα για τον εαυτό της , ώστε πίστευε πως η ψυχή της θα κατακριθεί από τα εναέρια τελώνια! Για αυτό το λόγο, δεκαπέντε μέρες πριν από το τέλος της έκανε ειδική νηστεία και προσευχή, για να περάσει ακατακρίτως τα τελώνια.
Τρεις μέρες πριν από την κοίμησή της , και ενώ προσευχόταν στο σπίτι της, την επισκέφτηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ: «Χαίρε Κεχαριτωμένη, (της είπε). Σε  τρεις μέρες θα φύγεις από τον κόσμο αυτό. Θα έρθει ο Υιός σου και θα παραλάβει την ψυχή σου»και της έδωσε έναν κλάδο από φοίνικα,σύμβολο ακηράτου ζωής και αθανασίας, όπως λέει ο  άγιος Πατριάρχης Γερμανός.
.
Η Γερόντισσα Μαρία, με τον φοίνικα στο χέρι, έτρεξε να προσευχηθεί στο ¨Όρος των Ελαιών, εκεί που πάντα προσευχόταν. Γονάτισε και είπε στον Υιό της: « Κύριέ μου. Εγώ δεν είμαι άξια να έρθεις να παραλάβεις την ψυχή μου. Όμως έρχεσαι, επειδή είσαι ελεήμων. Σε ικετεύω! Μην αφήσεις τα τελώνια να την βλάψουν!» Και άλλα πολλά είπε στην τελευταία της προσευχή.
Πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Τα δέντρα της έκαναν υπόκλιση, λες και την αποχαιρετούσαν!

Έφτασε στο σπίτι της,. Το σάρωσε, το ευπρέπισε, άναψε τα φώτα, ετοίμασε τα σάβανα, στόλισε το νεκροκρέβατο. Ντύθηκε στα γιορτινά της. Κάλεσε τον ευαγγελιστή Ιωάννη, του ανήγγειλε την «μαύρη είδηση» και αυτός ξέσπασε σε θρήνους και οδυρμούς.

Το μαύρο μαντάτο διαδόθηκε αστραπιαία σε όλες τις γειτονιές. Έφτασε σε όλη την πόλη. Κατέφτασαν σπίτι της οι χήρες, τα ορφανά, οι φτωχοί, οι πονεμένοι. Έκλαγαν, και έλεγαν:
-Πώς θα ζήσουμε χωρίς εσένα: Θα μείνουμε ορφανοί!
-Ας γίνει το θέλημα του Υιού και Θεού μου, έλεγε η Παρθένος.

Πέθαινε η μάνα του Χριστού και οι μαθητές ήταν διασκορπισμένοι σε όλη τη γη. Σύννεφα τους άρπαξαν και τους έφεραν στα Ιεροσόλυμα, στο σπίτι της Παρθένου.
Μπήκαν στο σπίτι και με δέος την προσκύνησαν. Κάπως καθυστερημένα κατέφτασε και ο Παύλος.

Η μελλοθάνατη Μαρία, βλέποντας το χορό των Αποστόλων να καταφτάνει για χάρη της από τα πέρατα της γης, ύμνησε τον Κύριο: «μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο…»
Ξάπλωσε στο νεκροκρέβατο. Παρά τη κεφαλή της  στάθηκε ο Πέτρος, παρά τους πόδας ο Ιωάννης, γύρω-γύρω οι λοιποί απόστολοι, περιμένοντας εναγωνίως τον Υιό και Θεό της να παραλάβει την ψυχή της , όπως προείπε ο Γαβριήλ.

Και ο Κύριος ήρθε. Τον προσκύνησαν, τους ευλόγησε, και παρέλαβε την ψυχή της μάνας Του. Ήταν 15 Αυγούστου, ώρα 9π.μ.
Ο Κύριος ανέβαινε στους ουρανούς με την ψυχή της μάνας  Του στα χέρια Του.
 (*Η Παναγία πρέπει να ήταν 75 χρονών όταν κοιμήθηκε. Όταν γέννησε τον Χριστό, ήταν 17 χρονών.)

(από το βιβλίο «Χαίρε Κεχαριτωμένη», του Αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, εκδ. Θαβώρ, σ.105-108)
για την αντιγραφή Alexia

koimisis

Προεόρτια (παραμονή) τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (14 Αυγούστου)

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λαοὶ προσκιρτήσατε, χεῖρας κροτοῦντες πιστῶς, καὶ πόθω ἀθροίσθητε, σήμερον χαίροντες, καὶ φαιδρῶς ἀλαλάζοντες, πάντες ἐν εὐφροσύνη· τοῦ Θεοῦ γὰρ ἡ Μήτηρ, μέλλει τῶν ἐπιγείων, πρὸς τὰ ἄνω ἀπαίρειν, ἐνδόξως· ἣν ἐν ὕμνοις ἀεί, ὡς Θεοτόκον δοξάζομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῇ ἐνδόξῳ μνήμῃ σου ἡ οἰκουμένη, προσκιρτῶσα σήμερον, μετ’ εὐφροσύνης μυστικῶς, Θεοκυῆτορ κραυγάζει σοι· χαῖρε Παρθένε Χριστιανῶν τὸ καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Ἄνωθεν χορεῖαι Ἀγγελικαί, καὶ ἀπὸ περάτων, Ἀποστόλων θεία πληθύς, σπεύσατε προθύμως Γεθσημανῇ χωρίῳ, κηδεῦσαι ἐπαξίως, τὴν Θεομήτορα.

O δικός μας Δεκαπενταύγουστος ή Αντέχοντας και φέτος.


panagia1Οταν σημαίνει ἡ καμπάνα γιὰ τὴν Παράκληση, τὸ δροσερὸ τ᾿ ἀπόβραδο σιμώνει καὶ μὲ τὶς δικές του ζωγραφιὲς καὶ εὐπρεπίζει, στολίζει τὸ ναό, ὅπως τὰ λιγοστὰ κλωνάρια ἀπό βασιλικὸ καὶ γιασεμὶ στολίζουν τὴν Εἰκόνα Της.
Ἀπὸ μακρυὰ ἀκούγονται οἱ φωνὲς τῶν περαστικῶν ποὺ ἐπιστρέφουν ἀπό τὴ θάλασσα. Βιάζονται νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴ βραδυνή τους ἔξοδο. Κάποιοι σταυροκοπιοῦνται, ἄλλοι εἰσοδεύουν στὸ ναὸ νὰ προσκυνήσουν, ἐλάχιστοι ὅμως, ἐν σχέσει μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ Αὐγούστου. Τοὺς κοιτάζεις μὲ μιὰ συμπόνια, γιατὶ τὸ ξέρεις ὅτι τοὺς περισσότερους ἀπ᾿ αὐτοὺς δὲν θὰ τοὺς ξανανταμώσεις.
Τὰ πρόσωπα κάθε ἀπόβραδο περίπου τὰ ἴδια στὴν Παράκληση. Ἔρχονται δὲ μόλις σημάνει ἡ καμπάνα, αὐτὴ ἡ μοῦσα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συντροφεύει τοὺς πιστοὺς στὴν κάθε ἔκφανση τῆς ζωῆς τους. Ἔρχονται λοιπὸν οἱ πιστοὶ, αὐτὴ ἡ παρηγόρια τοῦ παπᾶ, ποὺ τοὺς περιμένει, γιὰ νὰ βάλει «Εὐλογητὸς». Γιατὶ τοὺς βλέπει ὡς τὰ μέλη μιᾶς οἰκογένειας- ἀφοῦ τέτοια εἶναι ἡ ἐνορία- ποὺ συνάζονται, ὅπως τὴν ἄχραντη ἐκείνη ὥρα τοῦ δείπνου. Καὶ μήπως δὲν εἶναι ἕνα ἰδιότυπο δεῖπνο κι αὐτὴ ἡ σύναξη, μὲ οἰκοδέσποινα Ἐκείνη καὶ συνδαιτυμόνες ὅλους ἐμᾶς; Ὅσους δηλαδὴ προτιμήσαμε νὰ δώσουμε προτεραιότητα στὴ Χάρη Της κι ὄχι στὰ βιαστικὰ κελεύσματα τοῦ κόσμου, ποὺ ἀκινητοποιεῖ τὶς συνειδήσεις μας καὶ τὶς νεκρώνει; Μόνο ποὺ χρόνο τὸ χρόνο λιγοστεύουμε, ὅπως λιγοστεύει ἡ ζωή καὶ οἱ δυνάμεις μας.
Ἀπὸ τὰ γιασεμιὰ καὶ τὰ βασιλικὰ ἀνεβαίνει ἄρωμα, ποὺ μπερδεύεται μὲ τὴν εὐωδία τοῦ ἁγιορείτικου θυμιάματος καὶ πλημμυρίζει τὸ ναὸ μὲ ἕνα μύρο ποὺ κατανύσσει, εἰρηνεύει τὴν ψυχὴ, καθὼς μὲ ἀπίστευτη δροσιὰ τὴ θωπεύουν καὶ τὰ λιτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα. «Τὸν ποταμὸν τὸν γλυκερὸν τοῦ ἐλέους σου, τὸν πλουσίαις δωρεαῖς δροσίσαντα τὴν παναθλίαν καὶ ταπεινὴν, Πάναγνε, ψυχήν μου….» Ρήματα ἀληθινὰ καὶ ἀνθρώπινα. Ὅπως τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἔχουμε καὶ τὰ καταθέτουμε, μαζὶ μὲ τὰ ὅποια παράπονά μας, στὰ Ἄχραντα τὰ Χέρια Της, πρόσφορο καὶ νᾶμμα λὲς γιὰ τὴ λειτουργία. Μαζεύουμε, λοιπόν, τὶς ἀποτυχίες καὶ τὴν περιθωριοποίησή μας, αὐτὰ τὰ καθημερινὰ ἔπαθλα ποὺ μᾶς φιλεύει ὁ κόσμος, καὶ Τῆς τὰ προσφέρουμε, γιὰ να μεταποιηθοῦν σὲ «χαρὰν καὶ εὐφροσύνην».
Γιατὶ μέρα τὴ μέρα συνειδητοποιοῦμε, ὅτι γιὰ τὸν Κόσμο εἴμαστε κάτι τὸ περιττὸ καὶ ἄχρηστο, ἀφοῦ δὲν ἀκολουθοῦμε τὰ βήματά του καὶ, τὸ κυριώτερο, δὲν ἀφήνουμε τὴν ψυχὴ μας στὰ χέρια του. Καὶ κόσμος, μὲ τὴ βιβλικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκόμα κι ὁ δικὸς μας κόσμος, τῶν «πιστῶν» δηλαδή, ἀλλὰ καὶ κείνων ποὺ εἶναι σιμὰ μας καὶ ἐπιμένουν νὰ λέγονται «συνεργάτες», «φίλοι» καὶ κάποτε «ἀδελφοί».
Ὅμως ὁ δικός μας Δεκαπενταύγουστος συμπληρώνει αὐτὰ τὰ κενὰ μὲ τὴ θεραπευτικὴ Της ἐπέμβαση. Ἐπέμβαση, ποὺ ὑπάρχει πάντα, ἀλλὰ περισσότερο τότε ποὺ χρειάζεται, ὕστερ᾿ ἀπὸ ἔμπιστό μας αἴτημα: εἰλικρινὲς αἴτημα καὶ ἀφτιασίδωτο ἀπό εὐγένειες καὶ συμπεριφορὲς τοῦ κόσμου τούτου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ψηλαφοῦμε κάθε ἀπόβραδο τὶς μέρες αὐτὲς τὴν ψυχή μας καὶ Τῆς παραδίνουμε τὶς πληγές ποὺ φέρει μὲ τὸν ἰκέσιο λόγο: «ἐκ φθορᾶς νοσημάτων ἀνάστησον». Γιατὶ αὐτὸ ποὺ, ἰδιαίτερα τὶς ὧρες ἐτοῦτες, συνειδητοποιοῦμε εἶναι τὰ νοσήματά μας, γιὰ πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴμαστε καὶ ὑπεύθυνοι. Κι εἴμαστε ὑπεύθυνοι, ἐπειδὴ δὲν μπορέσαμε νὰ συλλαβίσουμε πραγματικὰ καὶ τίμια ἐκεῖνα τὰ λόγια ποὺ εἶπε Ἐκείνη, ὅταν τὴν ἐπισκέφτηκε ὁ Ἀρχάγγελος τὴν ἠμέρα τὴ σημαδιακὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. «Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου»(Λκ.1, 38 )
Ἄν, λοιπόν, τὸν βιώναμε αὐτὸ τὸ λόγο καὶ ὁριοθετούσαμε τὴ ζωή μας μὲ τὸν κανόνα τῆς ὑπακοῆς ποὺ μᾶς δίδαξε ἡ Μάνα μας Αὐτὴ, τότε θὰ εἴμασταν πιὸ ἐλεύθεροι, πιὸ σεμνοὶ καὶ περισσότερο τίμιοι. Ἀλήθεια, τὶ λέμε γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ;
Δεκαπενταύγουστο, λοιπὸν, μὲ τὶς ἀντοχές μας νὰ ραντίζονται μὲ τὴ δροσιὰ τῆς Χάρης Της καὶ φέτος…
π. Κων. Ν. Καλλιανός

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ

Η Παναγία της Τήνου

Δεν έχει περάσει παρά ένας χρόνος από την ιστορική ήμερα, που ο επίσκοπος  Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως. Στο μοναστήρι του Κεχροβουνίου, πού φαντάζει κάτασπρο πάνω στο νησάκι της Τήνου, η μοναχή Πελαγία, υστέρα από τη βραδινή προσευχή, αποσύρθηκε στο κελί της να ησυχάσει. Ε­νώ είχε αποκοιμηθεί, ένοιωσε ξαφνικά μιαν άρρητη ευωδία, κι αμέσως άκουσε την πόρτα του κελιού ν’ ανοίγει με πάταγο. Μια μεγαλόπρεπη γυναίκα, πού άστραφτε σαν Βασίλισσα, μπήκε μέσα και στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι της.
- Σήκω γρήγορα, της είπε. Πήγαινε να συναντήσεις τον Σταματέλλο Καγκάδη, και πες του πώς στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά είναι χωμένη χρόνια τώρα ή ει­κόνα μου. Να φροντίσει να τη βγάλει και να χτίσει το σπίτι μου.
Ή γερόντισσα ξύπνησε τρομαγμένη, άλλα από τα­πείνωση δεν υπάκουσε στην εντολή.
Την άλλη εβδομάδα, την ώρα πού ή μοναχή προ­σευχόταν, δέχτηκε στον ίδιο τόπο για δεύτερη φορά την επίσκεψη της Παναγίας. Τη φορά αυτή ή Θεοτόκος συνόδευε τα λόγια της μ’ ένα γλυκό μειδίαμα, σαν να έλεγε: «Γνωρίζω τούς λογισμούς και δισταγμούς σου, άλλα μη φοβάσαι. Εσένα διάλεξα για να εκπληρώσεις τη βουλή μου. Λοιπόν, μη διστάζεις».
Αλλά ο δισταγμός κρατούσε ακόμη δέσμια την αγα­θή γερόντισσα. Γ’ αυτό η Θεοτόκος την επισκέπτεται και τρίτη φορά, την 29η Ιουλίου 1822, σε ώρα πάλι προσευχής. Την είδε τότε η μοναχή να στέκεται μπρο­στά της ακίνητη και να εκπέμπει τριγύρω της ένα ουράνιο φως, απαλό και λευκό. Ύστερα κάρφωσε το βλέμ­μα επάνω της και είπε:
- Πελαγία, γιατί δεν υπάκουσες στην εντολή μου; Την επαναλαμβάνω τώρα για τελευταία φορά.
Εκείνη τρομαγμένη επιστράτευσε όλο το θάρρος της και ρώτησε:
- Ποιά είσαι, Κυρία, πού με διατάζεις τέτοια πράγ­ματα και οργίζεσαι μαζί μου;
Τότε η Κυρία φάνηκε πώς ανέκτησε την πρώτη γλυκύτητα, σήκωσε το χέρι σαν να έδειχνε όλο τον κόσμο και είπε χαριτωμένα:
- «Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην».
- «Αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν», ψέλλισε ή μο­ναχή κι έπεσε στα γόνατα.
Ή καμπάνα σήμανε για τον όρθρο. Ή μοναχή Πελαγία σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό της και κατηφόρισε για τον ναό. "Όταν διηγήθηκε στην ηγούμενη το δράμα της, εκείνη την άκουσε με προσοχή και δέος. Τέλος της είπε:
- Πελαγία, το όραμά σου είναι θεϊκό και σε μακα­ρίζω. Αύριο το πρωί να ενεργήσεις σύμφωνα με την εν­τολή πού έλαβες.
Την επομένη η εκλεκτή της Παναγίας ξεκίνησε για την Κάρυά, όπου συνάντησε τον Σταματέλλο Καγκάδη. Κι αυτός συγκινημένος την παρέπεμψε στον επίσκοπο Γαβριήλ.
Ο επίσκοπος παρακολούθησε δακρυσμένος την αφήγηση. Ύστερα με σοβαρή και τρεμάμενη φωνή έ­δωσε την ακόλουθη εξήγηση:
- Το δράμα σου, γερόντισσα, είναι πολύ σημαντικό. Η Παναγία, ή υπέρμαχος Στρατηγός, πού πάντοτε μάς προστατεύει, είδε τα δεινοπαθήματά μας, γ’ αυτό ευαγ­γελίζεται στο δούλο γένος μας την απελευθέρωση του από τον βαρβαρικό ζυγό. Και μάς φανερώνει την αγία εικόνα της, για να ενδυναμώσει το έθνος μας στον αγώνα αυτό.
Οι καμπάνες του ιερού ναού των Ταξιαρχών αναστατώνουν τούς κατοίκους. Ο δεσπότης με λόγια θερμά συγκλονίζει τον λαό, ο όποιος με θρησκευτική έξαρση αποδύεται στην προσπάθεια για την εύρεση της εικό­νας.
Ζητούν αμέσως άδεια από τη γυναίκα τού Δοξαρά, για ν’ αρχίσουν τις ανασκαφές στο κτήμα του. Εκείνη όμως αρνείται, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει τέτοια πληρεξουσιότητα από τον σύζυγό της, ό όποιος λείπει στην Κων/πολη. Εξ άλλου το κτήμα είναι καλλιεργη­μένο και δεν πρέπει να καταστραφεί.
Τη νύχτα βλέπει στον ύπνο της φοβερό όνειρο. Έ­νας άγριος φουστανελοφόρος την απειλεί πώς, αν δεν δώσει την άδεια, θα την εξοντώσει. Τρομαγμένη εκείνη ξυπνά και τρέχει να βγει από το σπίτι. Στην πα­ραζάλη της όμως, αντί ν’ ανοίξει την πόρτα του δωμα­τίου, άνοιξε της ιματιοθήκης και κλείστηκε μέσα. Το πρωί τη βρήκαν εκεί λιπόθυμη. Μόλις συνήλθε ειδοποίησε τον Επίσκοπο πώς όχι μόνο δίνει την άδεια, άλ­λα προσφέρει  και το ίδιο ακόμη το κτήμα για ανέγερση ναού, αν βρεθεί ή εικόνα.
Έτσι λοιπόν αρχίζουν οι ανασκαφές στο κτήμα του Δοξαρά  τον Σεπτέμβριο του 1822. Δουλεύουν εργάτες απ' όλο το νησί, αλλά η εικόνα δεν φανερώνεται. Ο ζήλος μαραίνεται και σε δύο μήνες το σκάψιμο σταματά.
Τότε επεμβαίνει ή Μεγαλόχαρη με νέο θαύμα για να υπενθυμίσει στους κατοίκους το χρέος τους. Η σύζυ­γος και η αδελφή του Καγκάδη, τον όποιο η Θεοτόκος υπέδειξε ονομαστικά για την εύρεση της εικόνας: αρρωσταίνουν βαριά. Ο κίνδυνος αυτός τον κάνει να συ­ναισθανθεί την ιερή ευθύνη πού είχε επωμιστεί από τη Θεοτόκο. Σπεύδει λοιπόν στον επίσκοπο και τον παρακαλεί να προκαλέσει γενική κινητοποίηση αρχόντων και λαού. Είναι πρόθυμος και χρήματα να δώσει προ- κειμένου να ξαναρχίσουν οι ανασκαφές.
Πράγματι το σκάψιμο ξαναρχίζει. Οι χωρικοί δου­λεύουν με βάρδιες, άλλα τούς τριγυρίζει και πάλι η αποκαρδίωση. Η μεγάλη όμως ήμερα πλησιάζει. Στις 30 Ιανουαρίου 1823 σκάβουν με τη σειρά τους στο χωράφι οι Φαλαταδιανοί. Γύρω στο μεσημέρι η όξινα τού Δημήτρη Βλάσση χτυπά πάνω σε ξύλο. Ρίγησε ο ευλαβής χωρικός από συγκίνηση, και πλημμυρισμένος χαρά πήρε στα χέρια το κομμάτι πού βρήκε.
Πράγματι, είχε βρει την εικόνα, άλλα μόνο τη μισή τον Άγγελο. Σε λίγο βρήκαν και την άλλη μισή. Κάποια αξίνα την είχε χωρίσει στα δύο, χωρίς να βλάψει καθόλου τα πρόσωπα. Η τομή από θεία επέμβαση είχε γίνει κάθετα. Η ιερή εικόνα καθαρίστηκε και πρόβαλε η γλυκειά  μορφή της Παρθένου. Παριστάνει τον Ευαγγελισμό και πρόκειται για ένα αριστούργημα τέχνης.
(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας σελ. 67. Ιεράς Μονής  Παρακλήτου)
Η εικόνα που ανακαλύφθηκε από το όραμα μιας μοναχής και έσπασε στα δύο από το χτύπημα της αξίνας. Την προσκύνησαν αμέσως οι Κολοκοτρώνης, Μιαούλης, Νικηταράς...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/panagia-tis-tinou-i-ikona-pou-anakalifthike-apo-to-orama-mias-monachis-ke-espase-sta-dio-apo-to-chtipima-tis-axinas-tin-proskinisan-amesos-i-kolokotronis-miaoulis-nikitaras/
Η εικόνα που ανακαλύφθηκε από το όραμα μιας μοναχής και έσπασε στα δύο από το χτύπημα της αξίνας. Την προσκύνησαν αμέσως οι Κολοκοτρώνης, Μιαούλης, Νικηταράς...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/panagia-tis-tinou-i-ikona-pou-anakalifthike-apo-to-orama-mias-monachis-ke-espase-sta-dio-apo-to-chtipima-tis-axinas-tin-proskinisan-amesos-i-kolokotronis-miaoulis-nikitaras/
Η εικόνα που ανακαλύφθηκε από το όραμα μιας μοναχής και έσπασε στα δύο από το χτύπημα της αξίνας. Την προσκύνησαν αμέσως οι Κολοκοτρώνης, Μιαούλης, Νικηταράς...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/panagia-tis-tinou-i-ikona-pou-anakalifthike-apo-to-orama-mias-monachis-ke-espase-sta-dio-apo-to-chtipima-tis-axinas-tin-proskinisan-amesos-i-kolokotronis-miaoulis-nikitaras/

Εγκώμια ψαλλόμενα εις την Κοίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου




Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε• νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Ὁ Χορός (Δέξ.): 
Ἐν τή Γεννήσει τήν Παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τή Κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε• Μετέστης πρός τήν Ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις Σαῖς λυτρούμενη, ἐκ θανάτου τάς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ὁ χορός (Ἀριστ):Κοντάκιον, αὐτομελόν. Ἦχος β΄. 
Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καί προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, Τάφος καί Νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν• ὡς γάρ Ζωῆς Μητέρα, πρός τήν Ζωήν μετέστησεν, 
ὁ μήτραν οἰκήσας Ἀειπάρθενον.
Οἱ Χοροί (ἐναλλάξ ἐκ τοῦ Δεξιοῦ):
Ἀπόστολοι ἐκ περάτων συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανή τῷ χωρίω Κηδεύσατέ μου τό Σῶμα• καί Σύ, Υἱέ καί Θεέ μου, παράλαβέ μου τό Πνεῦμα.
Ὁ γλυκασμός τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε, Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβού μου καί ρύσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων.
Καί σέ μεσίτριαν ἔχω, πρός τόν Φιλάνθρωπον Θεόν• μή μοῦ ἐλέγξη τάς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων. Παρακαλῶ Σέ, Παρθένε, βοήθησον μοί ἐν τάχει.
Χρυσοπλοκώτατε Πύργε καί Δωδεκάτειχε πόλις, Ἡλιοστάλακτε Θρόνε, καθέδρα τοῦ Βασιλέως, ἀκατανόητον Θαῦμα, πῶς Γαλουχεῖς τόν Δεσπότην.


Ψάλλονται τα εγκώμια:
Στάσις πρώτη


Ἡ Ἁγνὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης βαβαί,
ἡ Θεὸν ἐν τῇ γαστρί σου
χωρήσασα καὶ κυήσασα ἀφράστως ἐπὶ γῆς.
Ἀπορεῖ καὶ φύσις, καὶ πληθὺς νοερά,
τὸ ἐν σοί, Παρθενομῆτορ,μυστήριον,
τῆς ἐνδόξου καὶ ἀρρήτου σου ταφῇς.
Βασιλὶς καὶ πόλου, καὶ τῆς γῆς ἀληθῶς,
εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτω συγκέκλεισαι,
ἐγνωρίσθης πάσῃ κτίσει Μαριάμ.
Γέφυρα ὑψοῦται, ἡ μετάγουσα πρίν,
ἐκ θανάτου πρὸς ζωὴν τὴν ἀκήρατον,
τοὺς θανόντας παραβάσει τοῦ Ἀδάμ.

Δάκρυσι καὶ θρήνοις, γοεροῖς ἐπὶ σοί,
πᾶσαι αἱ σαὶ φίλαι ἐκόπτοντο,
τὴν μετάστασιν μὴ φέρουσαι τὴν σήν.
Ἔχαιρον χορείαι, Οὐρανίων Νοῶν,
ἀπὸ γῆς σὲ φερομένην δεχόμεναι,
εἰς οὐράνια σκηνώματα ἁγνή.
Ζῶσα ἐν ὑψίστοις, ἀληθῶς Μαριάμ,
ὑπὲρ πάντων πρεσβευτὴς ἡμῶν γέγονας,
ἀξιῶσαι εὐφροσύνης ἀληθῶς.
Ἡ λαμπὰς ἡ θεία, τοῦ ἀρρήτου φωτός,
φρικτωρούσα οὐρανόθεν τοὺς δούλους σου,
μὴ ἐλλείπης Ἀγαθὴ τοὺς ἐπὶ γῆς.
Θρόνος τοῦ ὑψίστου γενομένη ἁγνή,
ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανὸν μεταβέβηκας,
μεταστᾶσα εἰς αἰώνιον ζωήν.
Ἱερέων πέλεις, καύχημα εὐλαβῶν,
Ἐκκλησίας τὸ ἀκράδαντον στήριγμα,
καὶ Ὁσίων Ἀσκητῶν ἡ ἀρωγός.
Κλῖμαξ ἡ ἁγία, ἢν προεῖδε σαφῶς,
Ἰακὼβ δι’ ἧς κατέβη ὁ Ὕψιστος,
ἀνυψοῦται ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Λόγος τοῦ Ὑψίστου, ὁ ἀρρήτως τεχθεὶς
ὑπὸ σοῦ, Θεοκυήτωρ,
μετέστησεν ἐκ τῆς γῆς πρὸς τὴν ἀθάνατον ζωήν.


Μαριὰμ πῶς θνῄσκεις, πῶς τῷ τάφῳ οἰκεῖς,
τῆς ζωῆς τὸν χορηγὸν ἡ γεννήσασα,
τοὺς νεκροὺς ἐξαναστήσαντα φθορᾶς;
Νύμφην τοῦ Ὑψίστου, καὶ Μητέρα σαφῶς,
Ἰησοῦ τοῦ Θείου Λόγου γινώσκομεν,
κἄν ἐν τάφῳ σὲ ὁρῶμεν ὡς φθαρτήν.
Ξένον τόκον εἶδον, ἀληθῶς οἱ πιστοί,
καὶ τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν νῦν μετέθεσαν,
ξενωθέντες τῆς ζωῆς τῆς κοσμικῆς.
Οὐρανὸς ὡς ἄλλος, ἀνεδείχθη Ἁγνή,
δεξαμένη τὸ σὸν σκῆνος τὸ ἄχραντον,
ἡ ἁγία καὶ σεπτὴ Γεθσημανῆ.
Πύλη σωτηρίας, ἐγεννήθης ἡμῖν,
ἀρχηγὸς τῆς νοητῆς ἀναπλάσεως,
κἄν ὑπείκεις τῇ τῆς φύσεως φθορά.
Ῥάβδος, ἡ τὸ ἄνθος, τὸ εὐῶδες Χριστόν,
ἐξανθήσασα τῷ τάφῳ νῦν τέθαπται,
ἵνα φύσῃ σωτηρίας τὸν καρπόν.

Σὺ γὰρ μόνη πέλεις, ἐν θνητοῖς ἀληθῶς,
ἀναστάσεως τὸν τύπον ἐκλάμπουσα,
Σὺ καὶ μόνη τῶν πταιόντων ἱλασμός.
Τάφος μὲν καλύπτει, τὸ σὸν σκῆνος, Ἁγνή,
τὴν δὲ θείαν σου ψυχὴν χειριζόμενος,
ὁ Υἱός σου ἀγκαλίζεται λαμπρῶς.
Ὕμνοις οὐρανίοις, ἐμελώδουν Σεμνή,
τὴν τριήμερον ταφήν σου οἱ ἄγγελοι,
καὶ τὴν δόξαν ἐμεγάλυνον τὴν σήν.
Φέγγος οὐρανόθεν, δεξαμένη Ἁγνή,
ἐχαρίτωσας ἡμᾶς τοὺς τιμῶντας σε,
καὶ γεραίροντας τὴν Κοίμησην τὴν σήν.
Χώραν ἀχωρήτου, τοῦ Θεοῦ Μαριάμ,
χρηματίσασαν καὶ ἅγιον τέμενος,
νῦν καλύπτει σὲ ἀγρὸς Γεθσημανῆς.
Ψάλλοντες τὸν τόκον, σοῦ τὸν θεῖον Ἁγνή,
ἀνυμνοῦμεν οἱ πιστοὶ καὶ γεραίρομεν,
Σὲ τὸν ἔμψυχον ναὸν τόν τοῦ Θεοῦ.
Ὤ θαυμάτων ξένων, ὢ πραγμάτων καινῶν,
ἡ πνοή μου τὸν δοτῆρα κυήσασα,
ἄπνους κεῖται καὶ κηδεύεται νεκρά.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἀνυμνοῦμεν Λόγε, σὲ τὸν πάντων Θεόν,
σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι,
καὶ δοξάζομεν οἱ πάντες εὐσεβῶς.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε Ἁγνή,
καὶ τιμῶμεν τὴν ἁγίαν σου Κοίμησιν,
καὶ τὴν ὕψωσιν ἐκ γῆς, πρὸς οὐρανόν.
Ἡ Ἁγνὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης βαβαί,
ἡ Θεὸν ἐν τῇ γαστρί σου χωρήσασα
καὶ κυήσασα ἀφράστως ἐπὶ γῆς.
Μικρὰ συνάπτῃ.
«Ὅτι ηὐλόγηταί Σου τὸ ὄνομα καὶ δεδόξασταί Σου ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ …»


Στάσις δευτέρα

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σὲ τὴν Θεοδόχον,
τὴν τῶν ἀρετῶν ταμεῖον ὑπάρξασα,
καὶ χαρίτων ἁπασῶν τῶν τοῦ Θεοῦ.
Βάτον ἐν Σινᾷ, ἀκατάφλεκτον εἶδε σε πάλαι,
Μωυσῆς γαστρί σου τὸ θεῖον πῦρ,
ὡς χωρήσασα ἀφλέκτως Μαριάμ.
Γόνιμος ὡς γῆ, ἀεὶ δείκνυται Παρθενομῆτορ,
πᾶσι τοῖς θερίζειν ἐθέλουσι,
σωτηρίαν ἡ σεμνὴ Γεθσημανῆ.
Δῆλον οὖν ἡμῖν, ὢ Παρθένε μὴ ἰσχύειν δίχα,
σοῦ τῆς μεσιτρίας ὀρθοβατεῖν,
τοῖς πανσέπτοις ἴχνεσι τοῦ Χριστοῦ.

Ἔνθα οἱ χοροί, Ἀποστόλων τε καὶ τῶν Ἀγγέλων,
ἵσταντο κυκλοῦντες ἐν ᾄσμασι,
παριστάμεθα Παρθένε καὶ ἡμεῖς.
Ζώωσον Ἁγνή, τοὺς εἰς σὲ πιστῶς καταφυγόντας,
διὰ τῆς ὑπὲρ αὐτῶν μεσιτίας σου,
πρὸς τὸν ἄναρχον Υἱὸν καὶ Παντουργόν.
Ἤρω Μαριάμ, κατὰ φύσεως βροτείας νίκην,
τὸν Χριστὸν ἀσπόρως κυήσασα,
ἀλλὰ θνῄσκεις νόμῳ φύσεως βροτῶν.
Θαῦμα ἀληθῶς, πῶς ἡ ἄναδρος θηλάζει βρέφος,
πῶς καὶ νεκροφόρος καθίστασαι,
ἡ Μητρόθεος ἐκτὸς διαφθορᾶς.

Ἴθυνον ἡμᾶς, πρὸς λιμένας σωτηρίους, Κόρη,
τοὺς χειμαζομένους ἐν κλύδωνι,
ψυχοφθόρων παραπτώσεων δεινῷ.
Κλῖμαξ πρὸς Θεόν, ὁ σὸς τάφος Παναγία,
πέλει ἄγουσα τοὺς πίστει ὑμνούντας σε,
καὶ τιμῶντας σου τὴν Κοίμησιν σεπτῶς.
Λόγος τοῦ Πατρός, ἐπεσκήνωσεν ἐν σοὶ Παρθένε,
καὶ πρὸς οὐρανὸν σὺ μετήγαγες,
τοὺς τὴν κύησιν δοξάζοντας τὴν σήν.
Μέτοχοι ζωῆς, τῆς ἀφθάρτου τε καὶ ἀϊδίου,
τῷ σῷ τόκῳ πάντες γεγόναμεν,
δι’ ὃ ᾄδομεν τὸ χαῖρε σοι σεμνή.
Νόμοι ἐπὶ σοί, οἱ τῆς φύσεως Ἁγνὴ Παρθένε,
σφόδρα παραδόξως καινίζονται,
ὡς κυήσασα Θεὸν Ἐμμανουήλ.
Ξένον ἀληθῶς, τὸ μυστήριον τῆς σῆς κυοφορίας,
Ἄχραντε ἀσπόρως γεννήσασα,
καὶ θηλάσασα τὸν Κτίστην τοῦ παντός.
Ὅλον τὸν Ἀδάμ, προσλαμβάνει ἐκ γαστρός σου,
θέλων ἐκτεμεὶν ῥιζόθεν παρακοήν,
ὁ Υἱός σου τὴν φυείσαν ἐν ἡμῖν.
Πύλη νοητή, τῆς ἐν γῇ φανερωθείσης Κόρῃ,
ἐκ τοῦ ὕψους θείας ἀνατολῆς,
ἀνεδείχθης Θεονύμφευτε πιστοῖς.
Ῥήτορες δεινοί, οὐδὲ Ἄγγελοι Παρθενομῆτορ,
σθένουσιν ἀξίως ὑμνήσαι σε,
τὴν ὑπέρτιμον Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Σῶμα καὶ ψυχήν, ὑπερένδοξε Ἁγνὴ Παρθένε,
ἄσπιλα Θεῷ διετήρησας,
δι’ ὃ κάλλους σου ἠράσθη ὁ Χριστός.
Τόμος σὺ καινός, ἐν ὢ γέγραπτε ὁ θεῖος λόγος,
βίβλῳ τῆς ζωῆς τοὺς ὑμνούντας σε,
ἐγγραφῆναι καθικέτευε Ἁγνή.
Ὕμνους καὶ ᾠδάς, ἐξοδίους ὥσπερ μύρα Κόρη,
ἐπικήδεια σοι προσφέροντες,
ἐξαιτούμεθα πταισμάτων ἱλασμόν.
Φόβῳ καὶ χαρᾷ, καὶ ἡμεῖς ὥσπερ ἐκεῖνοι τότε,
πάρεσμεν τῷ τάφῳ σου Ἄχραντε,
ἐκπληττόμενοι τὴν κοίμησιν τὴν σήν.
Χαῖρε Μαριάμ, δι’ ἧς ἔλαμψε χαρὰ τῷ κόσμῳ,
καὶ ἀρᾷ ἡ καθ’ ἡμῶν ἐξωστράκισται,
τὸν Σωτῆρα κυησάσης ἐπὶ γῆς.
Ψάλλοντες τὸν σὸν, τόκον ἄσπιλε Παρθενομῆτορ,
ἀνυμνολογοῦμεν γεραίροντες,
σὲ τὸν ἔμψυχον ναὸν τόν τοῦ Θεοῦ.
Ὥσπερ οἱ νεκροὶ διὰ σοῦ ζωοποιούνται Κόρη,
οὕτω καὶ ἡμᾶς ζωοποίησον,
νεκρωθέντας πλημμελήμασι πολλοῖς.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Δόξα τῷ Πατρί σὺν Υἱῷ τε καὶ τῷ Παναγίῳ Πνεύματι
προσάγομεν εὐσεβῶς,
τῇ Τριάδι τῇ Ἁγίᾳ καὶ σεπτή.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἄσμασι πιστοί, ὀρθοδόξοις τε καὶ εὐπροσδέκτοις,
πάντες ἀνυμνήσωμεν σήμερον,
τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ δουλοπρεπῶς.
Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὴν Θεοδόχον,
τὴν τῶν ἀρετῶν ταμεῖον ὑπάρξασα,
καὶ χαρίτων ἁπασῶν τῶν τοῦ Θεοῦ.
Μικρὰ συνάπτῃ.
«Ὅτι ἅγιος εἰ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπὶ Θρόνου δόξῃς τῶν Χερουβεὶμ ἐπαναπαυόμενος καὶ σοὶ τὴν
δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, …»

Στάσις τρίτη
Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ ταφῇ σου, προσάγουσι Παρθένε.
Βλέψας οὐρανόθεν, Θεὸς τῶν ὅλων Κτίστης, ἐν τῇ γάστρί σου ᾔκει.
Γνῶσιν ἐξαιτοῦμεν, τῆς σῆς κυοφορίας, προξένου σωτηρίας.
Δυσώπει τὸν Υἱόν σου, οἰκτείραι ἡμᾶς πάντας, ἐν τῇ μελλούσῃ κρίσει.
Ἐν οὐρανῷ ἐστάναι, νομίζομεν Παρθένε, ἑστῶτες τῷ Ναῷ σου.
Ζῶσι καὶ τεθνεῶσι, τοῖς ἐπὶ σὲ θαρροῦσιν, ἀντίληψιν σὺ δίδως.
Ἡ γῆ πανηγυρίζει, ὁ οὐρανὸς χορεύει, σοῦ ἄνω αἰρομένης.
Θανοῦσα ἀθανάτους, μετέβης πρὸς σκηνώσεις, ἐχθρὸν ἡ θανατοῦσα.
Ἵνα τὸ κάλλος βλέπεις, τοῦ σοῦ Υἱοῦ Παρθένε, πρὸς οὐρανοὺς μετέστης.
Καὶ ὄντως, ὢ Παρθένε, αἱ γενεαὶ πᾶσαι, μακαρίζουσί σε.

Λύτρωσιν παράσχου, Παρθένε Θεοτόκε, τοῖς σὲ ὑμνολογούσι.
Μόνη σύ προστάτις, πενήτων ὀρφανῶν τε, καὶ τῶν χήρων ὑπάρχεις.
Νέκρωσιν ὑπέστης, κυήσασα Παρθένε, τὸν νεκρωτὴν τοῦ Ἅδου.
Ξένον τόκον εἶδον, οἱ σὲ ὑμνολογοῦντες, ὡς μόνην Θεοτόκον.
Ὁ τάφος σου κηρύττει, Παρθένε τὴν ταφήν σου, καὶ τὴν μετάστασίν σου.
Πάντες οἱ λαοὶ σε, Δέσποιναν Παρθένε, καλοῦσι προσκυνοῦντες.
Ῥητόρων πολυφθόγγων, σοφίαν ἐτροπώσω, τῇ σῇ κυοφορία.
Σκιρτώσιν αἱ καρδίαι, τῶν εὐσεβούντων πάντων, ἐπὶ τῇ σῇ κηδεύσει.
Τὶς ἐξειπεῖν ἰσχύει, Παρθενομῆτορ μόνη, τὰς θείας ἀρετάς σου.
Ὕψωσον Παρθένε, τῇ σῇ κυοφορία, τὸ κέρας Ὀρθοδόξων.
Φυλαὶ λοιπαὶ καὶ γλῶσσαι, τὸν τάφον σου κυκλοῦσι, σὲ ἀνυμνολογοῦντες.
Χριστιανῶν σε σκέπην, μάλιστα καὶ Μητέρα, κηρύττομεν οἱ πάντες.

Ψαύοντες σὴν κλίνην, σὲ ἀνυμνολογοῦμεν, Παρθενομῆτορ Κόρη.
Ὤ Μῆτερ καὶ Παρθένε, ἀπάλλαξον γεένης, τοὺς σὲ ὑμνολογούντας.
Ἔρραναν τὸν τάφον, μύροις τὸ Σὸν Σκῆνος, κηδεύσαντες Παρθένε.
Ἔρραναν τὸν τάφον, οἱ κηδεύσαντές σε, ἄνθεσι καὶ μύροις.
Ἔρραναν τὸν τάφον, μύροις Θεοτόκε, οἱ κηδεύσαντές σε.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ὤ Τριὰς Ἁγία, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, τοὺς λατρευτάς σου σῶσον.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ὤ Παναγία Μῆτερ, σκέπε καὶ φρούρει πάντας, τοὺς ἐπὶ σὲ θαρροῦντας.
Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ ταφῇ σου, προσάγουσι Παρθένε. 

Ὁ Χορός: (Ἀριστ.):
Τῶν Ἀποστόλων ὁ δῆμος, συναθροισθεῖς ἐν νεφέλαις, ἀξιοχρέως Κηδεύσει, τήν τοῦ ΚΥΡΙΟΥ Μητέρα, παρόντος καί τοῦ Σωτῆρος, σύν μυριάσιν Ἀγγέλων.
Ὁ Χορός: (Δέξ.):
Μετά βροντῆς ἐν νεφέλαις, τούς Ἀποστόλους ὁ Σωτήρ, πρός τήν τεκοῦσαν ἐκπέμπει, πόθω Κηδεύσαντας Αὐτήν κατέρχεται δέ καί Οὗτος, δορυφορούντων Ἀγγέλων.

Καί ἡ Ἀπόλυσις